Η ποσότητα ζάχαρης την οποία καταναλώνει ένα παιδί πριν από την ηλικία των 2 ετών μπορεί να αφήσει ένα εκπληκτικά μακροχρόνιο αποτύπωμα στην υγεία του. Νέα έρευνα υποδηλώνει ότι τα άτομα που κατανάλωναν λιγότερη ζάχαρη κατά τα πρώτα στάδια της ζωής τους παρουσίαζαν στη συνέχεια χαμηλότερο κίνδυνο εμφάνισης διαφόρων μορφών καρκίνου, έδειχναν σημάδια βραδύτερης βιολογικής γήρανσης και, ακόμη και δεκαετίες αργότερα, συνέχιζαν να ακολουθούν πιο υγιεινά διατροφικά πρότυπα.
Τα ευρήματα προέρχονται από ένα ασυνήθιστο πείραμα που διενεργήθηκε στη Βρετανία. Τον Σεπτέμβριο του 1953, η πρόσβαση στη ζάχαρη περιορίστηκε απότομα, με αποτέλεσμα παιδιά που γεννήθηκαν με διαφορά μόλις μερικών μηνών να βιώσουν σημαντικά διαφορετικά επίπεδα έκθεσης στη ζάχαρη κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και της πρώιμης παιδικής ηλικίας.
Ως εκ τούτου, οι ερευνητές μπόρεσαν να εξετάσουν εάν αυτή η σχετικά σύντομη διαφορά στη διατροφή κατά τα πρώτα στάδια της ζωής συσχετιζόταν με αποτελέσματα στην υγεία πολλές δεκαετίες αργότερα, όπως εξηγεί στο The Conversation o Weilong Zhang, Αναπληρωτής Καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ.
Γιατί οι πρώτες 1.000 ημέρες μπορεί να έχουν σημασία
Η μελέτη επικεντρώθηκε στην περίοδο από τη σύλληψη έως τα δεύτερα γενέθλια ενός παιδιού. Πρόκειται για ένα ιδιαίτερα ευαίσθητο στάδιο ανάπτυξης. Τα όργανα αναπτύσσονται ραγδαία, ο μεταβολισμός διαμορφώνεται και το ανοσοποιητικό σύστημα ωριμάζει. Ταυτόχρονα, αρχίζουν να διαμορφώνονται ορισμένες διατροφικές προτιμήσεις που ενδέχεται να επηρεάσουν τις διατροφικές συνήθειες αργότερα στη ζωή.
Οι ερευνητές ανέλυσαν τα δεδομένα περισσότερων από 64.000 ανθρώπων που γεννήθηκαν στη Βρετανία μεταξύ 1951 και 1956. Όσοι γεννήθηκαν νωρίτερα είχαν μεγαλύτερη πρόσβαση στη ζάχαρη, ενώ τα παιδιά που γεννήθηκαν μετά την άρση των περιορισμών εκτέθηκαν σε προοδευτικά υψηλότερη κατανάλωση ζάχαρης.
Η διαφορά ήταν σημαντική. Μόλις έληξαν οι περιορισμοί, η κατανάλωση ζάχαρης στη Βρετανία αυξήθηκε απότομα – σχεδόν διπλασιάστηκε.
Χρησιμοποιώντας μακροχρόνιες πληροφορίες υγείας από την UK Biobank, οι ερευνητές εξέτασαν στη συνέχεια εάν η πρώιμη έκθεση στη ζάχαρη συσχετιζόταν με διαγνώσεις καρκίνου αργότερα στη ζωή.
Μειωμένος ο κίνδυνος για 5 μορφές καρκίνου
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τα άτομα που είχαν μειωμένη πρόσβαση στη ζάχαρη κατά τα πρώτα 2 έτη της ζωής τους παρουσίαζαν χαμηλότερη συχνότητα εμφάνισης πέντε τύπων καρκίνου:
- μαστού,
- προστάτη,
- ήπατος,
- ορθού και
- πνεύμονα.
Η ισχυρότερη συσχέτιση παρατηρήθηκε στον καρκίνο του ήπατος, με τα ποσοστά να είναι περίπου 69% χαμηλότερα μεταξύ εκείνων που είχαν καταναλώσει περιορισμένες ποσότητες ζάχαρης στα πρώιμα στάδια της ζωής. Στον καρκίνο του μαστού, η μείωση ήταν μικρότερη (36%), αλλά εξακολουθούσε να είναι σημαντική.
Είναι ενδιαφέρον ότι οι διαφορές αυτές δεν έγιναν αμέσως εμφανείς. Προέκυψαν δεκαετίες μετά τη λήξη των περιορισμών πρόσβασης στη ζάχαρη, υποδηλώνοντας ότι οι διατροφικές συνθήκες στις πρώτες φάσεις της ζωής μπορεί να έχουν μακροπρόθεσμες συνέπειες.
Η μελέτη δεν αποδεικνύει ότι η ζάχαρη από μόνη της προκάλεσε άμεσα τις διαφορές στον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου, αλλά προσφέρει στους ερευνητές μια ευκαιρία να διερευνήσουν αυτή την πιθανή συσχέτιση.
Ενδείξεις βραδύτερης βιολογικής γήρανσης
Οι ερευνητές μελέτησαν, επίσης, δείκτες που σχετίζονται με τη βιολογική γήρανση. Ένας δείκτης που εξετάστηκε ήταν το μήκος των τελομερών – προστατευτικών δομών στα άκρα των χρωμοσωμάτων που τείνουν να μικραίνουν καθώς τα κύτταρα γερνούν. Τα άτομα με περιορισμένη πρόσβαση στη ζάχαρη κατά τα 2 πρώτα χρόνια της ζωής τους παρουσίαζαν μακρύτερα τελομερή αργότερα. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των ερευνητών, η διαφορά αντιστοιχούσε σε περίπου 2,2 χρόνια βραδύτερης βιολογικής γήρανσης. Καταγράφηκαν, επιπλέον, χαμηλότερες συγκεντρώσεις της γρανζύμης Β, μιας πρωτεΐνης που σχετίζεται με τη μακροπρόθεσμη ανοσολογική δραστηριότητα και την κυτταρική γήρανση.
Συνολικά, αυτά τα ευρήματα υποδηλώνουν ότι η μειωμένη έκθεση στη ζάχαρη στα πρώτα στάδια της ανάπτυξης μπορεί να σχετίζεται όχι μόνο με χαμηλότερο κίνδυνο εμφάνισης ασθενειών, αλλά και με βραδύτερη γήρανση σε κυτταρικό επίπεδο.
Πιο υγιεινά διατροφικά πρότυπα καθ’ όλη τη διάρκεια ζωής
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ευρήματα αφορούσε στη συμπεριφορά. Τα άτομα που είχαν βιώσει τον περιορισμό της ζάχαρης στα πρώτα χρόνια της ζωής τους συνέχιζαν να καταναλώνουν λιγότερη ζάχαρη στη μέση ηλικία. Είχαν, επίσης, την τάση να τρώνε συνολικά λιγότερο και ανέφεραν πιο υγιεινή και ποικίλη διατροφή. Αυτό εγείρει την πιθανότητα η πρώιμη έκθεση στα γλυκά να συμβάλει στη διαμόρφωση γευστικών προτιμήσεων καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής.
Ως εκ τούτου, οι ερευνητές υποδεικνύουν ότι ενδέχεται να λειτουργούν ταυτόχρονα δύο διαδικασίες.
Η πρώτη είναι βιολογική: Η διατροφή κατά τη διάρκεια μιας περιόδου ταχείας ανάπτυξης μπορεί να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο ωριμάζουν τα όργανα, ο μεταβολισμός και το ανοσοποιητικό σύστημα.
Η δεύτερη είναι συμπεριφορική: Τα παιδιά που εκτίθενται σε λιγότερη ζάχαρη κατά τη βρεφική ηλικία ενδέχεται να αναπτύξουν ανάλογες προτιμήσεις, κάτι που θα μπορούσε να επηρεάσει τις διατροφικές τους συνήθειες καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής τους.
Επιπτώσεις που διαρκούν μια ζωή
Τα νέα ευρήματα συνάδουν με προηγούμενες μελέτες που έχουν συνδέσει τη μικρότερη έκθεση στη ζάχαρη με χαμηλότερο κίνδυνο διαβήτη τύπου 2 και υψηλής αρτηριακής πίεσης. Άλλες μελέτες την έχουν επίσης συσχετίσει με μειωμένο κίνδυνο άνοιας, νόσου Αλτσχάιμερ, καρδιαγγειακών παθήσεων και εγκεφαλικού επεισοδίου.
Συνολικά, η έρευνα υποστηρίζει ότι οι διατροφικές συνήθειες κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και των πρώτων ετών ζωής μπορεί να επηρεάσει την υγεία μακροπρόθεσμα. Τα ευρήματα δεν υποδηλώνουν ότι τα παιδιά πρέπει να αποφεύγουν ολοκληρωτικά τη ζάχαρη, αλλά υπογραμμίζει τη σημασία της προσεκτικής πρόσληψής της, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια μιας κρίσιμης αναπτυξιακής περιόδου. Ο μεταβολισμός, το ανοσοποιητικό σύστημα, η μετέπειτα διατροφική συμπεριφορά και ο μακροπρόθεσμος κίνδυνος ασθενειών ενδέχεται να καθορίζονται σημαντικά απ’ αυτή τη σημαντική περίοδο.
Πηγή: www.ygeiamou.gr
