Μια νύχτα με ανήσυχο ύπνο, ένα πρωινό με κούραση και, λίγο αργότερα, μερικά πατατάκια ή μία σοκολάτα που εμφανίζονται στο τραπέζι. Οι συνέπειες του κακού ύπνου μπορεί να μη σταματούν σε εκείνον που δεν κοιμήθηκε καλά, αλλά να επηρεάζουν ακόμη και τις διατροφικές επιλογές του συντρόφου του.

Αυτό υποδεικνύει νέα μελέτη με επικεφαλής ερευνητές του Πανεπιστημίου Concordia, η οποία δημοσιεύθηκε στο Annals of Behavioral Medicine και εξέτασε τη σχέση ανάμεσα στον ύπνο και στις διατροφικές συνήθειες ζευγαριών που ζουν μαζί.

Είναι ήδη γνωστό ότι ο ανεπαρκής ή κακής ποιότητας ύπνος συνδέεται με χειρότερη ποιότητα διατροφής. Οι ερευνητές θέλησαν, όμως, να εξετάσουν εάν αυτή η σχέση μπορεί να επεκτείνεται και στον σύντροφο. Άλλωστε, όπως επισημαίνουν, τα ζευγάρια που κοιμούνται μαζί συνήθως μοιράζονται και μεγάλο μέρος των γευμάτων τους.

Από το κρεβάτι στο… ντουλάπι με τα σνακ

Σύμφωνα με τα ευρήματα, ο κακός ύπνος συνδέθηκε με μικρότερη ικανότητα προσήλωσης στους στόχους υγιεινής διατροφής. Οι συμμετέχοντες που δεν απολάμβαναν ποιοτικό ύπνο ανέφεραν ότι κατέβαλλαν μικρότερη προσπάθεια να τρώνε υγιεινά και αισθάνονταν λιγότερη αυτοπεποίθηση ότι μπορούσαν να διατηρήσουν καλές διατροφικές συνήθειες.

Το ενδιαφέρον, ωστόσο, ήταν ότι αντίστοιχη επίδραση καταγράφηκε και στους συντρόφους τους, ακόμη και όταν εκείνοι κοιμούνταν καλά. «Οι άνθρωποι που είχαν έναν σύντροφο με έλλειψη ύπνου ουσιαστικά ανέφεραν μικρότερη εμπιστοσύνη στην ικανότητά τους να ακολουθήσουν μια υγιεινή διατροφή και, κατά συνέπεια, κατέβαλλαν μικρότερη προσπάθεια», εξηγεί ο Jean-Philippe Gouin, καθηγητής στο Τμήμα Ψυχολογίας και επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης.

Μια πιθανή εξήγηση, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι ότι το άτομο που δεν έχει κοιμηθεί καλά μπορεί να επιλέγει συχνότερα θερμιδικά τρόφιμα, όπως κράκερ, πατατάκια, σοκολάτες ή γλυκά, επηρεάζοντας έτσι και τις επιλογές του συντρόφου του.

Τι έδειξαν 204 ζευγάρια

Στη μελέτη, η οποία διήρκησε τρεις μήνες, συμμετείχαν 204 ζευγάρια από τον Καναδά, με μέση ηλικία τα 42 έτη. Τουλάχιστον ο ένας από τους δύο συντρόφους σε κάθε ζευγάρι ήταν υπέρβαρος ή παχύσαρκος, με Δείκτη Μάζας Σώματος 25 ή μεγαλύτερο, και προσπαθούσε να βελτιώσει τη διατροφή ή τη σωματική του δραστηριότητα. Σχεδόν το 96% των συμμετεχόντων δήλωσε ότι επιχειρούσε δραστικά να αλλάξει τη διατροφή του.

Και οι δύο σύντροφοι συμπλήρωσαν ερωτηματολόγια σχετικά με τον ύπνο και τη διατροφή τους στην αρχή της έρευνας, έπειτα από έναν μήνα και ξανά στους τρεις μήνες. Για τις πρώτες 14 ημέρες κρατούσαν επίσης καθημερινό ημερολόγιο, καταγράφοντας διαφορετικές πτυχές της προσπάθειάς τους να τρώνε πιο υγιεινά.

Συνολικά, η ποιότητα της διατροφής τους βελτιώθηκε ελαφρά κατά τη διάρκεια της μελέτης, ενώ δεν καταγράφηκε σημαντική μεταβολή στην ποιότητα του ύπνου.

Οι γυναίκες ανέφεραν πιο υγιεινή διατροφή και μεγαλύτερη προσπάθεια διατήρησης καλών διατροφικών συνηθειών συγκριτικά με τους άνδρες. Ωστόσο, οι ερευνητές δεν βρήκαν ενδείξεις ότι το φύλο διαφοροποιούσε τον τρόπο με τον οποίο ο ύπνος του ενός συντρόφου συνδεόταν με τη διατροφή του άλλου.

Τι δεν μπορεί να αποδείξει η μελέτη

Οι ίδιοι οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι τα ευρήματα δεν αποδεικνύουν πως ο κακός ύπνος προκαλεί ανθυγιεινή διατροφή στον σύντροφο. Πρόκειται για παρατηρητική μελέτη, ενώ τα δεδομένα για τον ύπνο και τη διατροφή βασίστηκαν στις αναφορές των ίδιων των συμμετεχόντων.

Όπως σημειώνουν, μελλοντικές έρευνες θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν πιο αντικειμενικές μεθόδους καταγραφής και να εξετάσουν παράγοντες όπως τα τρόφιμα που αγοράζονται για το σπίτι, ο προγραμματισμός των γευμάτων, η υποστήριξη μεταξύ των συντρόφων αλλά και οι μεταξύ τους συγκρούσεις.

Ο ύπνος ως υπόθεση του ζευγαριού

Τα ευρήματα, σύμφωνα με την ερευνητική ομάδα, ανοίγουν ένα ενδιαφέρον πεδίο για μελλοντική έρευνα: Κατά πόσο η βελτίωση του ύπνου του ενός συντρόφου θα μπορούσε να βοηθήσει και τον άλλο να διατηρήσει πιο υγιεινές διατροφικές συνήθειες.

Οι ερευνητές προτείνουν, για παράδειγμα, να μελετηθεί εάν παρεμβάσεις που βελτιώνουν τον ύπνο, όπως η γνωσιακή συμπεριφορική θεραπεία για την αϋπνία, θα μπορούσαν να εξεταστούν και στο πλαίσιο παρεμβάσεων που αφορούν το ζευγάρι.

«Πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη το κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εμφανίζονται οι κακές διατροφικές συνήθειες», επισημαίνει ο Gouin. Αυτό, όπως εξηγεί, σημαίνει ότι χρειάζεται να εξετάζεται και ο τρόπος με τον οποίο ο ένας σύντροφος επηρεάζει τη διατροφική συμπεριφορά του άλλου, είτε το αντιλαμβάνεται είτε όχι.

Και για αλλαγές με διάρκεια, σύμφωνα με τον ίδιο, έχει σημασία και οι δύο σύντροφοι να συμβάλλουν στη διαμόρφωση ενός οικιακού και διατροφικού περιβάλλοντος που διευκολύνει τις πιο υγιεινές επιλογές.

Πηγή: www.ygeiamou.gr