Η νεογνική μηνιγγίτιδα είναι από τις πιο επικίνδυνες λοιμώξεις των πρώτων ημερών της ζωής. Μπορεί να εξελιχθεί γρήγορα, να απειλήσει τη ζωή του βρέφους και, ακόμη και όταν αντιμετωπιστεί, να αφήσει σοβαρές και μόνιμες επιπτώσεις στην ανάπτυξη του παιδιού.
Τώρα, μία ερευνητική ομάδα από το Ελβετικό Ομοσπονδιακό Πολυτεχνείο της Ζυρίχης (ETH Zurich) και το Πανεπιστήμιο της Βασιλείας αναπτύσσει μία νέα θεραπευτική στρατηγική που φιλοδοξεί να προλάβει τη μετάδοση ενός από τα βασικά βακτήρια που ευθύνονται για τη νόσο, χωρίς τη χρήση αντιβιοτικών.
Στο επίκεντρο της μελέτης βρίσκεται το βακτήριο E. coli K1, μία μορφή του γνωστού E. coli που μπορεί να υπάρχει αθόρυβα στο έντερο υγιών ενηλίκων. Σε πολλές περιπτώσεις δεν προκαλεί κανένα πρόβλημα, καθώς ελέγχεται από τα υπόλοιπα βακτήρια του εντέρου και από το ανοσοποιητικό σύστημα. Ωστόσο, όταν μεταφέρεται από την έγκυο μητέρα στο νεογνό κατά τον τοκετό, μπορεί να αποικίσει το έντερο του βρέφους.
Ο κίνδυνος είναι μεγαλύτερος στα πρόωρα μωρά, των οποίων το ανοσοποιητικό σύστημα δεν έχει ακόμη ωριμάσει πλήρως. Σε αυτές τις περιπτώσεις, το βακτήριο μπορεί να περάσει στην κυκλοφορία του αίματος και από εκεί να φτάσει στον εγκέφαλο, προκαλώντας σοβαρή φλεγμονή και μηνιγγίτιδα.
Οι ερευνητές, με επικεφαλής την Emma Slack, Καθηγήτρια Βλεννογονικής Ανοσολογίας στο ETH Zurich, και τον Médéric Diard, Καθηγητή Βιολογίας Λοιμώξεων στο Biozentrum του Πανεπιστημίου της Βασιλείας, επιδιώκουν να σταματήσουν τη μετάδοση πριν καν συμβεί.
Η ιδέα τους είναι να εξαλειφθεί το παθογόνο βακτήριο από το έντερο των εγκύων που το φέρουν. Αυτό, όμως, δεν είναι εύκολη υπόθεση. Το E. coli K1 διαθέτει ένα προστατευτικό εξωτερικό περίβλημα, το οποίο το καθιστά ιδιαίτερα ανθεκτικό και δυσκολεύει την αναγνώρισή του από τα αντισώματα.
Για τον λόγο αυτό, οι ερευνητές ανέπτυξαν μία τριπλή θεραπευτική προσέγγιση. Το πρώτο βήμα περιλαμβάνει τη χρήση βακτηριοφάγων, δηλαδή ιών που μολύνουν και καταστρέφουν ειδικά βακτήρια. Οι βακτηριοφάγοι στοχεύουν το προστατευτικό περίβλημα του E. coli K1, αναγκάζοντας το βακτήριο να το αποβάλει για να επιβιώσει.
Αυτή η άμυνα του βακτηρίου μετατρέπεται σε αδυναμία. Χωρίς το προστατευτικό του περίβλημα, το E. coli K1 γίνεται πλέον πιο ευάλωτο στα αντισώματα που προκαλεί το δεύτερο σκέλος της θεραπείας: Ένα εμβόλιο που χορηγείται από το στόμα και ενεργοποιεί την ανοσολογική απάντηση στο έντερο.
Το τρίτο βήμα είναι η χορήγηση ενός ακίνδυνου προβιοτικού βακτηρίου, το οποίο ανταγωνίζεται το εξασθενημένο E. coli K1 για θρεπτικά συστατικά και χώρο στο έντερο. Με αυτόν τον τρόπο, το προβιοτικό μπορεί να καταλάβει τη θέση του παθογόνου και να περιορίσει την παρουσία του.
Η στρατηγική δοκιμάστηκε σε έγκυα ποντίκια που είχαν προηγουμένως μολυνθεί με E. coli K1. Στην ομάδα ελέγχου, όπου δεν χορηγήθηκε θεραπεία στις μητέρες, το βακτήριο μεταδόθηκε στο 83% των νεογνών κατά τη γέννηση. Αντίθετα, με την τριπλή παρέμβαση, η μετάδοση περιορίστηκε στο 23%, ενώ τα υπόλοιπα νεογνά προστατεύθηκαν.
Τα αποτελέσματα δημοσιεύθηκαν στο Nature Communications και δείχνουν ότι η νέα μέθοδος θα μπορούσε μελλοντικά να αποτελέσει μία εναλλακτική στρατηγική πρόληψης της νεογνικής μηνιγγίτιδας, ιδιαίτερα σε έναν κόσμο όπου η αντοχή στα αντιβιοτικά αποτελεί ολοένα και μεγαλύτερη απειλή.
Οι επιστήμονες τονίζουν ότι η προσέγγιση βρίσκεται ακόμη σε πειραματικό στάδιο και χρειάζεται περαιτέρω ανάπτυξη πριν δοκιμαστεί σε ανθρώπους. Ωστόσο, θεωρούν ότι δεν υπάρχουν ανυπέρβλητα εμπόδια, καθώς και τα τρία στοιχεία της θεραπείας – οι βακτηριοφάγοι, τα προβιοτικά και τα από του στόματος εμβόλια – έχουν ήδη εφαρμογές σε διαφορετικά πεδία της ιατρικής.
Στο μέλλον, οι ερευνητές εκτιμούν ότι τα τρία συστατικά θα μπορούσαν να συνδυαστούν ακόμη και σε μία κάψουλα που θα λαμβάνεται από το στόμα. Παράλληλα, σχεδιάζουν να εφαρμόσουν την ίδια λογική και σε άλλα βακτήρια, συμπεριλαμβανομένων πολυανθεκτικών παθογόνων, απέναντι στα οποία πολλά αντιβιοτικά δεν είναι πλέον αποτελεσματικά.
Η νέα μελέτη δεν καταργεί την ανάγκη για αντιβιοτικά στη θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων. Δείχνει, όμως, έναν πιθανό δρόμο για την πρόληψη επικίνδυνων βακτηριακών μεταδόσεων πριν αυτές οδηγήσουν σε απειλητική για τη ζωή νόσο.
Πηγή: www.ygeiamou.gr
