Οι περισσότεροι άνθρωποι με δυσανεξία μπορούν να καταναλώνουν μικρές ποσότητες γάλακτος και γιαουρτιού χωρίς σοβαρά συμπτώματα, σύμφωνα με επιστημονικά δεδομένα

Για χρόνια, η δυσανεξία στη λακτόζη αντιμετωπιζόταν σχεδόν σαν απόλυτη απαγόρευση για κάθε γαλακτοκομικό προϊόν. Ωστόσο, νεότερες μελέτες δείχνουν ότι η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη και ότι πολλοί άνθρωποι αποκλείουν άδικα τρόφιμα που θα μπορούσαν να καταναλώνουν χωρίς ιδιαίτερο πρόβλημα.

Η λακτόζη είναι το φυσικό σάκχαρο του γάλακτος. Για να χωνευτεί σωστά, ο οργανισμός χρειάζεται ένα ένζυμο που ονομάζεται λακτάση και παράγεται στο λεπτό έντερο. Όταν η παραγωγή του ενζύμου μειώνεται, η λακτόζη δεν διασπάται πλήρως και περνά στο παχύ έντερο, όπου ζυμώνεται από βακτήρια. Αυτό μπορεί να προκαλέσει φούσκωμα, αέρια, κοιλιακό πόνο ή διάρροια.

  • Διαβάστε επίσης – Δυσανεξία στη λακτόζη: Μπορεί να προκαλεί ακόμη και εφιάλτες

Γιατί μειώνεται η παραγωγή λακτάσης Η μειωμένη παραγωγή λακτάσης μπορεί να οφείλεται σε διαφορετικούς παράγοντες. Σε αρκετές περιπτώσεις σχετίζεται με κληρονομικότητα και γενετική προδιάθεση, καθώς ορισμένοι πληθυσμοί εμφανίζουν δυσανεξία στη λακτόζη συχνότερα από άλλους.

Σημαντικό ρόλο παίζει και η ηλικία, αφού όσο μεγαλώνουμε ο οργανισμός παράγει μικρότερες ποσότητες λακτάσης. Έτσι, άτομα που παλαιότερα κατανάλωναν γαλακτοκομικά χωρίς πρόβλημα μπορεί αργότερα να εμφανίσουν συμπτώματα δυσανεξίας.

Παράλληλα, η δυσανεξία μπορεί να εμφανιστεί μετά από παθήσεις ή καταστάσεις που επηρεάζουν το έντερο, όπως γαστρεντερίτιδα, κοιλιοκάκη, νόσος Crohn ή ελκώδης κολίτιδα. Ακόμη και ορισμένα φάρμακα, ιδιαίτερα η μακροχρόνια χρήση αντιβιοτικών, μπορεί να διαταράξουν την ισορροπία του εντέρου και να συμβάλουν στην εμφάνισή της.

Οι ειδικοί επισημαίνουν επίσης ότι το έντονο στρες μπορεί να επηρεάζει τη λειτουργία του γαστρεντερικού συστήματος και να επιδεινώνει συμπτώματα που σχετίζονται με τη δυσανεξία στη λακτόζη.

Η δυσανεξία στη λακτόζη δεν είναι αλλεργία στο γάλα Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι η δυσανεξία στη λακτόζη δεν πρέπει να συγχέεται με την αλλεργία στο γάλα. Η αλλεργία αφορά αντίδραση του ανοσοποιητικού συστήματος στις πρωτεΐνες του γάλακτος και μπορεί να είναι σοβαρή ή ακόμη και επικίνδυνη. Αντίθετα, η δυσανεξία αφορά κυρίως το πεπτικό σύστημα.

Η γαστρεντερολόγος Τζούντιθ Ρόζενμπεργκ, σε ανασκόπηση του NIDDK των Εθνικών Ινστιτούτων Υγείας των ΗΠΑ, εξηγεί ότι τα συμπτώματα συνήθως εμφανίζονται από 30 λεπτά έως δύο ώρες μετά την κατανάλωση γαλακτοκομικών.

Οι περισσότεροι αντέχουν μικρές ποσότητες Ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα των τελευταίων ετών είναι ότι η πλήρης αποφυγή γαλακτοκομικών δεν είναι απαραίτητη για όλους.

Συστηματική ανασκόπηση που δημοσιεύθηκε στο Annals of Internal Medicine έδειξε ότι οι περισσότεροι άνθρωποι με δυσανεξία μπορούν να καταναλώνουν περίπου 12 έως 15 γραμμάρια λακτόζης ημερησίως, ποσότητα που αντιστοιχεί περίπου σε ένα ποτήρι γάλα, χωρίς έντονα συμπτώματα.

Παρόμοια συμπεράσματα παρουσιάζουν και νεότερες ανασκοπήσεις στο Gut και στο PMC, όπου επισημαίνεται ότι αρκετοί ασθενείς ανέχονται καλύτερα τα γαλακτοκομικά όταν καταναλώνονται μαζί με φαγητό και όχι με άδειο στομάχι.

Γιαούρτι και σκληρά τυριά συχνά γίνονται καλύτερα ανεκτά Οι ειδικοί εξηγούν ότι δεν περιέχουν όλα τα γαλακτοκομικά την ίδια ποσότητα λακτόζης. Το γιαούρτι περιέχει βακτήρια που βοηθούν εν μέρει στη διάσπαση της λακτόζης, ενώ τα παλαιωμένα σκληρά τυριά, όπως η παρμεζάνα ή το cheddar, έχουν πολύ χαμηλότερη περιεκτικότητα λόγω της ζύμωσης και της ωρίμανσης. Αντίθετα, το παγωτό και το φρέσκο γάλα προκαλούν συχνότερα συμπτώματα επειδή περιέχουν μεγαλύτερες ποσότητες λακτόζης.

Ο κίνδυνος από την υπερβολική αποφυγή Οι επιστήμονες προειδοποιούν ότι η πλήρης απομάκρυνση των γαλακτοκομικών χωρίς σωστή καθοδήγηση μπορεί να οδηγήσει σε χαμηλή πρόσληψη ασβεστίου, βιταμίνης D και πρωτεϊνών.  Γι’ αυτό πλέον οι περισσότερες κατευθυντήριες οδηγίες προτείνουν εξατομίκευση και όχι απόλυτη αποχή.

Οι ειδικοί συστήνουν:

  • μικρές ποσότητες γαλακτοκομικών μαζί με γεύματα
  • δοκιμή γιαουρτιού και σκληρών τυριών
  • προϊόντα χωρίς λακτόζη όταν χρειάζεται
  • ιατρική αξιολόγηση όταν τα συμπτώματα είναι έντονα ή επίμονα 

Φωτογραφία: istock

Πηγή: www.iatropedia.gr