Στα αθόρυβα σημάδια που μπορεί να κρύβει η εφηβική απελπισία εστιάζει ο πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ελευθεροεπαγγελματιών Παιδιάτρων, Κώστας Νταλούκας, με αφορμή την τραγωδία με τις δύο 17χρονες στην Ηλιούπολη.

Στην ανάρτησή του τονίζει ότι σε τέτοια περιστατικά δεν πρέπει να αναπαράγονται αποχαιρετιστήρια σημειώματα παιδιών που έφτασαν στην αυτοκτονία ή στην απόπειρα αυτοκτονίας. Όπως σημειώνει, αυτό επιβάλλεται από σεβασμό στα παιδιά και στις οικογένειές τους, αλλά και από ευθύνη απέναντι σε άλλους ευάλωτους εφήβους.

Ιδιαίτερα στέκεται στη σιωπή, στην απόσυρση, στην κούραση, αλλά και σε φράσεις όπως «δεν αντέχω άλλο» ή «δεν έχει νόημα», που δεν πρέπει να προσπερνιούνται ως εφηβικές υπερβολές. Υπενθυμίζει ότι ένα παιδί μπορεί να πονά βαθιά και παρ’ όλα αυτά να μην το δείχνει: Nα πηγαίνει σχολείο, να απαντά σε μηνύματα, να χαμογελά περιστασιακά. Καλεί γονείς, σχολείο και παιδιάτρους να είναι παρόντες, να ρωτούν άμεσα και ανθρώπινα, να ακούν χωρίς να μικραίνουν τον πόνο των παιδιών και να θυμίζουν ξανά και ξανά ότι καμία αποτυχία, καμία απόρριψη και καμία δύσκολη περίοδος δεν αξίζει όσο η ζωή τους.

Αναλυτικά, η ανάρτηση:

«Με έχει συγκλονίσει το τραγικό γεγονός των δύο 17χρονων κοριτσιών που έπεσαν από την ταράτσα, επιχειρώντας να βάλουν τέλος στη ζωή τους.

Υπάρχουν στιγμές που οι λέξεις μοιάζουν φτωχές.

Γιατί δεν υπάρχει πιο βαρύς πόνος από την απώλεια ενός παιδιού.

Δεν υπάρχει πιο άδικος θάνατος.

Δεν υπάρχει πιο σκληρή σιωπή από εκείνη που μένει πίσω, όταν ένα παιδί έχει φύγει χωρίς να έχουμε προλάβει να ακούσουμε πόσο πονούσε.

Μπροστά σε τέτοια γεγονότα, όλοι αναζητούμε ένα «γιατί».

Ένα σημείο να κρατηθούμε.

Μια εξήγηση που να κάνει το αδιανόητο λίγο πιο κατανοητό.

Όμως δεν είναι σωστό να αναπαράγονται αποχαιρετιστήρια σημειώματα παιδιών που έφτασαν στην αυτοκτονία ή στην απόπειρα αυτοκτονίας. Όχι από περιέργεια, όχι από συγκίνηση, όχι για να «καταλάβουμε καλύτερα».

Από σεβασμό στα παιδιά.

Από σεβασμό στις οικογένειές τους.

Και από ευθύνη απέναντι σε άλλους ευάλωτους εφήβους που μπορεί να διαβάζουν.

Η ουσία δεν βρίσκεται στη δραματική αναπαραγωγή των τελευταίων λέξεων. Βρίσκεται στο μήνυμα που οφείλουμε όλοι να ακούσουμε.

Το σημείωμα δεν μιλά για μια αποτυχημένη εξέταση. Μιλά για ένα παιδί που είχε χάσει την πίστη ότι υπάρχει μέλλον.

Και αυτό πρέπει να μας σταματήσει όλους.

Γιατί ένα παιδί μπορεί να πονά βαθιά και να συνεχίζει να φαίνεται «κανονικό». Να πηγαίνει σχολείο. Να πηγαίνει φροντιστήριο. Να απαντά στα μηνύματα. Να χαμογελά περιστασιακά. Να κάνει σχέδια για την επόμενη μέρα, ενώ μέσα του δεν πιστεύει πια ότι αυτή η επόμενη μέρα έχει νόημα.

Αυτό είναι που πρέπει να καταλάβουμε.

Η απελπισία ενός εφήβου δεν κάνει πάντα θόρυβο.

Μερικές φορές κρύβεται πίσω από σιωπή.

Πίσω από κούραση.

Πίσω από απόσυρση.

Πίσω από μια φράση που προσπερνάμε: «δεν αντέχω άλλο», «δεν έχει νόημα», «δεν με νοιάζει τίποτα», «θα ήταν καλύτερα να μην υπάρχω».

Αυτές οι φράσεις δεν είναι εφηβική υπερβολή μέχρι αποδείξεως του εναντίου. Είναι φωνές κινδύνου. Είναι ο τρόπος με τον οποίο ένα παιδί μπορεί να μας ζητά βοήθεια, ακόμη κι όταν δεν ξέρει πώς να τη ζητήσει.

Οι γονείς δεν χρειάζεται να είναι τέλειοι. Κανείς δεν είναι.

Χρειάζεται όμως να είναι παρόντες. Να ακούν χωρίς να βιάζονται να διορθώσουν. Να αντέχουν να ακούσουν το δύσκολο. Να μη μικραίνουν τον πόνο του παιδιού με φράσεις όπως «όλοι περάσαμε δύσκολα», «μην κάνεις έτσι», «θα σου περάσει».

Το σχολείο δεν μπορεί να είναι μόνο χώρος εξετάσεων, βαθμών και επίδοσης. Πρέπει να είναι χώρος όπου ένας έφηβος μπορεί να γίνει αντιληπτός όταν αλλάζει, όταν σιωπά, όταν αποσύρεται, όταν καταρρέει αθόρυβα.

Και εμείς οι παιδίατροι πρέπει να θυμόμαστε ότι η ψυχική υγεία του παιδιού και του εφήβου είναι μέρος της παιδιατρικής φροντίδας. Δεν αρκεί να ρωτάμε μόνο για πυρετό, εμβόλια, ανάπτυξη και εξετάσεις. Πρέπει να ρωτάμε και για τη διάθεση, τον ύπνο, το άγχος, τη μοναξιά, το bullying, την πίεση, την απελπισία.

Να ρωτάμε ευθέως, ανθρώπινα, χωρίς φόβο:

«Πώς είσαι πραγματικά;»

«Υπάρχουν στιγμές που νιώθεις ότι δεν αντέχεις άλλο;»

«Έχεις σκεφτεί ποτέ να κάνεις κακό στον εαυτό σου;»

Η ερώτηση δεν βάζει ιδέες.

Η σιωπή είναι που αφήνει το παιδί μόνο του με τις ιδέες του.

Η πρόληψη δεν αρχίζει μετά την τραγωδία. Αρχίζει πριν. Όταν το παιδί αλλάζει. Όταν αποσύρεται. Όταν χάνει τη χαρά του. Όταν μιλά για αδιέξοδο. Όταν μοιάζει να έχει χάσει την πίστη ότι υπάρχει μέλλον.

Ας μη μείνουμε μόνο στη φρίκη της είδησης.

Ας μείνουμε στην ευθύνη που αφήνει πίσω της.

Να ακούμε νωρίτερα.

Να ρωτάμε πιο άμεσα.

Να παίρνουμε στα σοβαρά τον πόνο των παιδιών.

Να μη θεωρούμε ποτέ την απελπισία ενός εφήβου «υπερβολή».

Και πάνω απ’ όλα, να θυμίζουμε στα παιδιά μας, ξανά και ξανά, ότι καμία εξέταση, καμία αποτυχία, καμία απόρριψη και καμία δύσκολη περίοδος δεν αξίζει όσο η ζωή τους.

Σε άμεσο κίνδυνο καλούμε 112 ή 166.

Για αυτοκτονικό ιδεασμό ή κρίση υπάρχει η 24ωρη Γραμμή Παρέμβασης για την Αυτοκτονία 1018».

Πηγή: www.ygeiamou.gr