Η Maya και ο Connor ήταν από εκείνα τα ζευγάρια που οι φίλοι τους ζήλευαν. Ήταν ταυτόχρονα οι καλύτεροι φίλοι και εραστές, περνούσαν χρόνο μαζί, γελούσαν αρκετά και η σωματική οικειότητα αποτελούσε μια φυσική συνέχεια της σχέσης τους. Όμως, με τα χρόνια, οι απαιτήσεις της δουλειάς, η άφιξη δύο παιδιών και η καθημερινότητα άρχισαν να αφήνουν όλο και λιγότερο χώρο για τους ίδιους.
Στην αρχή δεν το πρόσεξαν. Οι συζητήσεις λιγόστεψαν, οι στιγμές τρυφερότητας έγιναν πιο σπάνιες και η κούραση κυριάρχησε. Όταν, όμως, οι μήνες άρχισαν να περνούν χωρίς σεξουαλική επαφή, οι διαφωνίες τους κατέληγαν σχεδόν πάντα στο ίδιο σημείο. Εκείνος ένιωθε ότι δεν τον επιθυμούσε πια. Εκείνη αισθανόταν πως το σεξ είχε μετατραπεί σε ακόμη μία υποχρέωση μέσα σε μια ήδη εξαντλητική ημέρα.
Αυτό το υποθετικό -αλλά εξαιρετικά γνώριμο σε πολλά ζευγάρια- παράδειγμα χρησιμοποιούν ο ψυχολόγος και ψυχαναλυτής Mark B. Borg Jr. και η ψυχοθεραπεύτρια Haruna Miyamoto-Borg, συγγραφείς του βιβλίου «Love. Crash. Rebuild» σε άρθρο τους στο Psychology Today, για να δείξουν ότι πίσω από τα περισσότερα προβλήματα στη σεξουαλική ζωή δεν βρίσκεται το ίδιο το σεξ, αλλά η σταδιακή φθορά της συναισθηματικής σύνδεσης.
Το σεξ είναι το σύμπτωμα, όχι πάντα η αιτία
Όπως εξηγούν οι δύο ειδικοί, πολλά ζευγάρια πιστεύουν ότι η σχέση τους κλονίζεται επειδή έχει μειωθεί η σεξουαλική επιθυμία. Στην πραγματικότητα, όμως, συμβαίνει συχνά το αντίθετο: η επιθυμία μειώνεται επειδή έχει προηγηθεί μια αργή αλλά σταθερή συναισθηματική απομάκρυνση.
Η καθημερινή πίεση, η χρόνια κόπωση, η ανατροφή των παιδιών και οι αυξημένες ευθύνες αφήνουν ελάχιστο χώρο για ουσιαστική επικοινωνία. Οι σύντροφοι συζητούν κυρίως για το πρόγραμμα της επόμενης ημέρας, τους λογαριασμούς ή τις υποχρεώσεις του σπιτιού, ενώ οι αυθόρμητες στιγμές τρυφερότητας γίνονται ολοένα πιο σπάνιες.
Όταν η σεξουαλική επαφή αρχίζει να αραιώνει, οι ερμηνείες διαφέρουν. Ο ένας μπορεί να τη βιώνει ως προσωπική απόρριψη ή ως ένδειξη ότι δεν είναι πλέον επιθυμητός. Ο άλλος μπορεί να αισθάνεται ότι δεν έχει ψυχικά και σωματικά αποθέματα για οικειότητα. Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος, στον οποίο κανείς δεν αισθάνεται πραγματικά κατανοητός.
Στο βιβλίο τους, οι δύο ειδικοί περιγράφουν τέσσερις θεμελιώδεις πυλώνες κάθε υγιούς σχέσης: την ευαλωτότητα, την ενσυναίσθηση, την οικειότητα και τη συναισθηματική επένδυση. «Η σεξουαλική οικειότητα συχνά ακμάζει όταν η συναισθηματική οικειότητα έχει ισχυρή βάση. Όταν η ευαλωτότητα, η ενσυναίσθηση, η οικειότητα και η συναισθηματική επένδυση αρχίζουν να αποδυναμώνονται, η σεξουαλική επιθυμία συχνά αποδυναμώνεται μαζί τους» τονίζουν.
Από το «Γιατί δεν κάνουμε σεξ;» στο «Τι συνέβη σε εμάς;»
Οι συγγραφείς προτείνουν στα ζευγάρια να αλλάξουν το ερώτημα που θέτουν. Αντί να αναζητούν συνεχώς την αιτία της μειωμένης συχνότητας των σεξουαλικών επαφών, να προσπαθήσουν να καταλάβουν πότε και γιατί χάθηκε η συναισθηματική τους σύνδεση.
Η μέθοδος PACER που παρουσιάζουν βασίζεται ακριβώς σε αυτή τη φιλοσοφία: να κάνουν οι σύντροφοι μια παύση πριν από τον επόμενο καβγά (Pause), να αναλάβει ο καθένας την ευθύνη για τη δική του στάση (Accountability), να συνεργαστούν (Collaboration), να εστιάσουν στους τέσσερις πυλώνες (Experiment) και τελικά να επενδύσουν ξανά στη σχέση μέσα από μικρές καθημερινές κινήσεις (Reset).
Όπως επισημαίνουν, δεν χρειάζονται θεαματικές αλλαγές. Μια ουσιαστική συζήτηση χωρίς κινητά, λίγος κοινός χρόνος, περισσότερες εκδηλώσεις τρυφερότητας ή ακόμη και λίγο χιούμορ μέσα στην καθημερινότητα μπορούν σταδιακά να αποκαταστήσουν τη συναισθηματική εγγύτητα.
Το βασικό μήνυμα των Borg και Miyamoto-Borg είναι ότι, πολλές φορές, όταν ένα ζευγάρι πιστεύει πως αντιμετωπίζει «πρόβλημα στο σεξ», στην πραγματικότητα χρειάζεται να αποκαταστήσει κάτι πολύ πιο θεμελιώδες: τη συναισθηματική σύνδεση που επιτρέπει στην οικειότητα να αναπτυχθεί ξανά. «Μερικές φορές το σεξουαλικό πρόβλημα δεν έχει στην πραγματικότητα να κάνει με το σεξ. Αφορά την ανοικοδόμηση της συναισθηματικής βάσης που επιτρέπει στην οικειότητα να ευδοκιμήσει» καταλήγουν.
Πηγή: www.ygeiamou.gr
