Ένας τύπος διαβήτη που παρατηρείται εδώ και δεκαετίες, κυρίως σε νέους, αδύνατους και υποσιτισμένους ανθρώπους σε χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος, απέκτησε πρόσφατα δικό του όνομα: Διαβήτης τύπου 5. Η Διεθνής Ομοσπονδία Διαβήτη (International Diabetes Federation – IDF) αναγνώρισε επίσημα την ονομασία το 2025, εκτιμώντας ότι η συγκεκριμένη κατάσταση μπορεί να αφορά 20 έως 25 εκατομμύρια ανθρώπους παγκοσμίως, κυρίως στην Ασία και την Αφρική.

Η ιστορία του, ωστόσο, ξεκινά πολύ νωρίτερα. Ήδη το 1955, ο Βρετανός γιατρός Philip Hugh-Jones είχε περιγράψει στο The Lancet νέους και πολύ αδύνατους ασθενείς στην Τζαμάικα, οι οποίοι δεν παρουσίαζαν τα χαρακτηριστικά ούτε του τύπου 1 ούτε του τύπου 2. Τη διαφορετική αυτή κατηγορία ονόμασε τότε «τύπο J» (J-type diabetes), από το αρχικό της Jamaica. Το 1985, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας αναγνώρισε τον διαβήτη που σχετίζεται με τον υποσιτισμό ως ξεχωριστό τύπο, ωστόσο το 1999 τον αφαίρεσε από την επίσημη ταξινόμηση του διαβήτη, καθώς δεν υπήρχαν επαρκή στοιχεία που να τεκμηριώνουν ότι ο υποσιτισμός αποτελεί από μόνος του αιτία της νόσου.

Τι διαφορετικό έχει ο «τύπος 5»

Σε αντίθεση με τον διαβήτη τύπου 1, όπου το ανοσοποιητικό σύστημα καταστρέφει τα κύτταρα του παγκρέατος που παράγουν ινσουλίνη, οι ασθενείς που εντάσσονται στη νέα κατηγορία δεν εμφανίζουν τα χαρακτηριστικά αυτοαντισώματα. Παράλληλα, δεν παρουσιάζουν την έντονη αντίσταση στην ινσουλίνη που χαρακτηρίζει συνήθως τον διαβήτη τύπου 2.

Φαίνεται, αντίθετα, ότι ο οργανισμός τους παράγει ινσουλίνη, αλλά όχι σε επαρκή ποσότητα, ενώ οι ιστοί εξακολουθούν να ανταποκρίνονται φυσιολογικά σε αυτήν.

Σύμφωνα με διεθνή δήλωση συναίνεσης που δημοσιεύθηκε το 2025 στο The Lancet Global Health, το προφίλ αφορά συνήθως ανθρώπους κάτω των 30 ετών, με Δείκτη Μάζας Σώματος κάτω από 18,5, χωρίς ιστορικό κετοξέωσης και χωρίς αυτοαντισώματα έναντι των νησιδιακών κυττάρων.

Τι έδειξε η μελέτη που άνοιξε τη συζήτηση

Κομβικά θεωρούνται τα ευρήματα μελέτης του Χριστιανικού Ιατρικού Κολεγίου του Βελόρ (Christian Medical College Vellore) στην Ινδία και του Ιατρικού Κολεγίου Albert Einstein (Albert Einstein College of Medicine) στη Νέα Υόρκη, η οποία δημοσιεύθηκε το 2022 στο Diabetes Care. Οι ερευνητές εξέτασαν 73 άνδρες από την Ινδία, μεταξύ των οποίων 20 είχαν διαβήτη και χαμηλό ΔΜΣ.

Οι συγκεκριμένοι ασθενείς παρήγαγαν λιγότερη ινσουλίνη από τα άτομα με διαβήτη τύπου 2, αλλά εμφάνιζαν πολύ μεγαλύτερη ευαισθησία στην ινσουλίνη. Στις ειδικές μεταβολικές δοκιμασίες, οι ιστοί τους προσλάμβαναν γλυκόζη με υπερδιπλάσιο ρυθμό σε σχέση με την ομάδα του διαβήτη τύπου 2.

Μία από τις επικρατέστερες υποθέσεις είναι ότι ο μακροχρόνιος υποσιτισμός, ιδιαίτερα κατά τα πρώτα στάδια της ζωής, μπορεί να επηρεάζει την ανάπτυξη του παγκρέατος και να οδηγεί σε μικρότερη ικανότητα παραγωγής ινσουλίνης.

Γιατί υπάρχουν αντιδράσεις

Η επιστημονική συζήτηση, ωστόσο, παραμένει ανοιχτή. Ερευνητές έχουν επισημάνει ότι τα διαθέσιμα δεδομένα βασίζονται σε μικρές μελέτες, ενώ η βασική μελέτη του 2022 περιλάμβανε αποκλειστικά άνδρες και δεν μπορούσε να αποδείξει σχέση αιτίας και αποτελέσματος.

Σε ανασκόπηση του 2025 στο Diabetes & Metabolic Syndrome: Clinical Research & Reviews, ειδικοί υποστήριξαν ότι είναι ακόμη πρόωρο να θεωρηθεί ο διαβήτης που σχετίζεται με τον υποσιτισμό ανεξάρτητος «τύπος 5». Μεταξύ άλλων, τονίζουν ότι ο χαμηλός ΔΜΣ δεν αποτελεί από μόνος του αξιόπιστη ένδειξη υποσιτισμού και ότι η εικόνα μπορεί να επικαλύπτεται με άλλες μορφές διαβήτη.

Γι’ αυτό και η ίδια η Διεθνής Ομοσπονδία Διαβήτη (IDF) έχει συγκροτήσει διεθνή ομάδα εργασίας με στόχο να καθορίσει σαφή διαγνωστικά κριτήρια και θεραπευτικές οδηγίες, αλλά και να δημιουργήσει διεθνές μητρώο περιστατικών.

Προς το παρόν, λοιπόν, ο «διαβήτης τύπου 5» αποτελεί περισσότερο μια νέα υπό διερεύνηση κατηγορία παρά μια νόσο με οριστικά διαγνωστικά και θεραπευτικά πρωτόκολλα. Η αναγνώρισή του, ωστόσο, στρέφει την προσοχή σε εκατομμύρια νέους και αδύνατους ασθενείς των οποίων ο διαβήτης δεν ταιριάζει εύκολα στις δύο πιο γνωστές μορφές της νόσου.

Πηγή: www.ygeiamou.gr