Σας έχει τύχει να ακούτε κάποιον να εξιστορεί ένα γεγονός και, χωρίς να μπορείτε να προσδιορίσετε ακριβώς το γιατί, να αισθάνεστε ότι κάτι στην ιστορία του «δεν κολλάει»; Μια μικρή καθυστέρηση πριν απαντήσει, ένας δισταγμός, μια ανεπαίσθητη ένταση μπορεί να είναι αρκετά για να σας βάλουν σε σκέψεις.

Δεν σημαίνει απαραίτητα ότι έχετε απέναντί σας έναν ψεύτη. Η επιστήμη, άλλωστε, δεν έχει εντοπίσει ένα και μοναδικό σημάδι που να αποκαλύπτει με βεβαιότητα ένα ψέμα. Νέα έρευνα, ωστόσο, φωτίζει έναν μηχανισμό που μπορεί να κάνει την εξαπάτηση πιο δύσκολη απ’ όσο νομίζουμε: το να πούμε ψέματα απαιτεί από τον εγκέφαλο περισσότερη προσπάθεια από το να πούμε την αλήθεια.

Η Susan Krauss Whitbourne, Ph.D., ομότιμη καθηγήτρια Ψυχολογικών και Εγκεφαλικών Επιστημών στο University of Massachusetts Amherst, αναλύει σε άρθρο της στο Psychology Today τι αποκαλύπτει νέα έρευνα για τις γνωστικές και συναισθηματικές διεργασίες που κρύβονται πίσω από ένα ψέμα – και ποια μικρά σημάδια μπορεί να μας βάλουν σε υποψίες.

Γιατί είναι πιο δύσκολο να πούμε ψέματα;

Όπως εξηγεί η Whitbourne, όταν περιγράφουμε ένα πραγματικό γεγονός, ανακαλούμε πληροφορίες από τη μνήμη μας. Το ψέμα, από την άλλη, είναι πιο περίπλοκο. Ο άνθρωπος που ψεύδεται πρέπει να θυμάται την αλήθεια, να την αποκρύψει, να κατασκευάσει μια εναλλακτική εκδοχή και ταυτόχρονα να φροντίζει ώστε όσα λέει να μην περιέχουν αντιφάσεις. Πολύ απλά, ο εγκέφαλός μας θα πρέπει να κάνει περισσότερα πράγματα ταυτόχρονα.

Στο άρθρο της, η Whitbourne αναφέρεται σε έρευνα από το Πανεπιστήμιο του Marburg, σύμφωνα με την οποία «το ψέμα είναι γνωστικά πιο απαιτητικό από το να λέει κανείς την αλήθεια». Οι ερευνητές εξέτασαν τη διαδικασία μέσα από τη θεωρία Activation-Decision-Construction-Action, σύμφωνα με την οποία ένα ψέμα περνά ουσιαστικά από τέσσερα στάδια: ενεργοποιείται η αλήθεια, λαμβάνεται η απόφαση να μην ειπωθεί, κατασκευάζεται το ψέμα και τελικά εκφράζεται.

Σε αυτή τη διαδικασία εμπλέκεται και η λεγόμενη αναστολή απόκρισης: ο άνθρωπος πρέπει να εμποδίσει τον εαυτό του να δώσει την αληθινή απάντηση και να την αντικαταστήσει με μια διαφορετική.

Το πείραμα με την «κλοπή»

Για να εξετάσουν τι συμβαίνει όταν κάποιος προσπαθεί να εξαπατήσει έναν άλλον, οι ερευνητές πραγματοποίησαν δύο πειράματα με συμμετέχοντες μέσης ηλικίας 22 και 26 ετών. Οι εθελοντές κλήθηκαν να συμμετάσχουν σε ένα εικονικό «έγκλημα»: στο ένα πείραμα επρόκειτο για την κλοπή ενός USB stick και στο άλλο για 1.000 ευρώ. Στη συνέχεια, απάντησαν σε ερωτήσεις σχετικά με το εάν είχαν διαπράξει την πράξη, άλλοτε λέγοντας την αλήθεια και άλλοτε ψέματα.

Οι επιστήμονες κατέγραψαν όχι μόνο τον χρόνο που χρειάζονταν για να απαντήσουν, αλλά και πόσο απαιτητική θεωρούσαν τη διαδικασία και ποια συναισθήματα βίωναν. Παρατήρησαν τελικά ότι χρειάζονταν περισσότερο χρόνο για να πουν ψέματα απ’ ό,τι για να πουν την αλήθεια. Παράλληλα, αξιολόγησαν τη διαδικασία του ψέματος ως περισσότερο απαιτητική νοητικά και ανέφεραν υψηλότερα επίπεδα φόβου, νευρικότητας και ψυχικής δυσφορίας.

Το σημάδι που μπορεί να προδώσει έναν ψεύτη 

Τι σημαίνουν όλα αυτά όταν βρισκόμαστε απέναντι σε κάποιον που υποψιαζόμαστε ότι δεν μας λέει την αλήθεια; Η Whitbourne εστιάζει σε ένα ενδιαφέρον στοιχείο: τον χρόνο αντίδρασης. Από τη στιγμή που η κατασκευή ενός ψέματος απαιτεί περισσότερη γνωστική επεξεργασία, μπορεί να χρειαστεί και λίγο περισσότερος χρόνος μέχρι να δοθεί η απάντηση.

Οι παύσεις, οι δισταγμοί ή η προσπάθεια κάποιου να οργανώσει προσεκτικά την ιστορία του μπορεί επομένως να έχουν ενδιαφέρον. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι όποιος διστάζει λέει ψέματα. Ένας άνθρωπος μπορεί να καθυστερεί να απαντήσει επειδή αγχώνεται, επειδή προσπαθεί να θυμηθεί κάτι ή απλώς επειδή αυτός είναι ο φυσικός τρόπος ομιλίας του.

Οι ενδείξεις αυτές έχουν μεγαλύτερη αξία, επισημαίνει η Whitbourne, όταν γνωρίζουμε καλά τον άνθρωπο που έχουμε απέναντί μας. Τότε έχουμε ένα μέτρο σύγκρισης για το πώς συμπεριφέρεται συνήθως και μπορούμε ευκολότερα να αντιληφθούμε μια αλλαγή.

Επιπλέον, όπως σημειώνει, ένας έμπειρος ψεύτης μπορεί να μάθει να ελέγχει τόσο τον τρόπο που μιλά όσο και αρκετές από τις μη λεκτικές αντιδράσεις του. Μπορεί ακόμα να χρησιμοποιήσει τη συναισθηματική του νοημοσύνη ώστε να διαχειριστεί καλύτερα το άγχος και τη διέγερση που προκαλεί η εξαπάτηση. Αυτός είναι και ο λόγος που ένα μεμονωμένο σημάδι, όπως ένα βλέμμα, μια κίνηση ή μια παύση, δεν αρκεί για να συμπεράνουμε ότι κάποιος λέει ψέματα.

Το συναίσθημα δυσκολεύει περισσότερο τον ψεύτη

Η μελέτη δείχνει ότι η εξαπάτηση δεν επιβαρύνει μόνο τις γνωστικές λειτουργίες, αλλά συνοδεύεται και από συναισθηματική πίεση. Ο φόβος μήπως αποκαλυφθεί το ψέμα, η νευρικότητα ή η ενοχή μπορούν να αυξήσουν ακόμη περισσότερο το φορτίο που καλείται να διαχειριστεί ο εγκέφαλος.

Έτσι, ο άνθρωπος που ψεύδεται μπορεί ταυτόχρονα να προσπαθεί να θυμηθεί τι πραγματικά συνέβη, να συγκρατήσει την αληθινή απάντηση, να κατασκευάσει μια πειστική εναλλακτική ιστορία, να αποφύγει τις αντιφάσεις και να ελέγξει τις συναισθηματικές του αντιδράσεις. Κάπου μέσα σε αυτή την απαιτητική διαδικασία μπορεί να εμφανιστεί η μικρή «ρωγμή» που θα κάνει τον συνομιλητή του να αισθανθεί ότι κάτι δεν ταιριάζει.

Το συμπέρασμα δεν είναι ότι μπορούμε να γίνουμε ανθρώπινοι «ανιχνευτές ψεύδους». Όπως προκύπτει από την ανάλυση της Whitbourne και τα ευρήματα των ερευνητών του Marburg, η εξαπάτηση απαιτεί περισσότερη γνωστική και συναισθηματική προσπάθεια από την αλήθεια. Αυτή η επιπλέον προσπάθεια είναι που ορισμένες φορές μπορεί να αφήσει μικρά ίχνη στη συμπεριφορά μας.

Πηγή: www.ygeiamou.gr