Μια παρέα κάθεται στο ίδιο τραπέζι, αλλά τα βλέμματα παραμένουν στραμμένα στα κινητά. Στη διαδρομή προς τη δουλειά, το κινητό πρωταγωνιστεί σε κάθε στάση. Η επικοινωνία είναι διαρκώς διαθέσιμη, όμως πόσο χώρο αφήνει για ουσιαστική επαφή με τους ανθρώπους γύρω μας;
Αυτό το ερώτημα βρίσκεται στο επίκεντρο του βιβλίου «How Digital Screen Use Alienates Human Societies» του Vidar Halldorsson, καθηγητή Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Ισλανδίας. Σύμφωνα με ανακοίνωση στο EurekAlert!, ο συγγραφέας εξετάζει πώς η μεταφορά της κοινωνικής ζωής στις οθόνες αλλάζει τις καθημερινές συναντήσεις, τις σχέσεις και το αίσθημα του ανήκειν.
Στο επίκεντρο της προσέγγισής του βρίσκεται η ανησυχία ότι, όταν η ψηφιακή επικοινωνία υποκαθιστά συστηματικά τη φυσική παρουσία, ορισμένα από τα στοιχεία που στηρίζουν τους ανθρώπινους δεσμούς χάνονται.
Όσα δεν «χωρούν» σε μια οθόνη
Μια συνάντηση περιλαμβάνει πολύ περισσότερα από τις λέξεις που ανταλλάσσουμε. Το βλέμμα, η στάση του σώματος, οι ανεπαίσθητες εκφράσεις και η απόσταση μεταξύ των συνομιλητών βοηθούν να καταλάβουμε πώς αισθάνεται ο άλλος και πώς ανταποκρίνεται σε όσα λέμε.
Η ψηφιακή επικοινωνία μεταφέρει μέρος αυτών των πληροφοριών, ανάλογα με το μέσο. Ωστόσο, ο Halldorsson υποστηρίζει ότι η απώλεια της κοινής φυσικής παρουσίας περιορίζει τον πλούτο της αλληλεπίδρασης. «Οι πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης, οι αλγοριθμικές ροές και οι διαδικτυακές επαφές μεσολαβούν ολοένα και περισσότερο στις σχέσεις», αναφέρει. Κατά τον ίδιο, οι συνέπειες αυτής της μετατόπισης αφορούν τον τρόπο με τον οποίο συγκροτείται η κοινωνική ζωή.
Σε μελέτη του Πανεπιστημίου Yale, οι ερευνητές κατέγραψαν ισχυρότερη ενεργοποίηση εγκεφαλικών συστημάτων κοινωνικής επεξεργασίας και μεγαλύτερο συντονισμό της νευρωνικής δραστηριότητας κατά την επαφή πρόσωπο με πρόσωπο, σε σύγκριση με την επικοινωνία μέσω της πλατφόρμας Zoom. Παρόλο που δεν αποδεικνύει ότι κάθε ψηφιακή συνομιλία αποδυναμώνει την ενσυναίσθηση ή προκαλεί μόνιμες αλλαγές στον εγκέφαλο, αποτυπώνει διαφορές μεταξύ των δύο συνθηκών.
Η σημασία της μικρής, καθημερινής κουβέντας
Ένα νεύμα στον γείτονα, λίγες λέξεις στην αναμονή σε μια ουρά, ένα χαμόγελο που βρίσκει ανταπόκριση. Αυτές οι σύντομες συναντήσεις μπορεί να φαίνονται ασήμαντες, αλλά στην ανάλυση του καθηγητή αποτελούν μέρος της συνοχής μιας κοινότητας.
Αντλώντας από την κοινωνιολογική παράδοση των «τελετουργιών αλληλεπίδρασης», περιγράφει πώς οι επαναλαμβανόμενες επαφές δημιουργούν οικειότητα και συνέχεια στην καθημερινότητα. Είναι οι στιγμές στις οποίες αναγνωρίζουμε τους άλλους και αισθανόμαστε ότι μας αναγνωρίζουν.
Όταν η προσοχή στρέφεται σταθερά στο κινητό, οι ευκαιρίες για τέτοιες ανταλλαγές περιορίζονται. Ο ίδιος θεωρεί ότι η πανδημία επιτάχυνε τη μεταφορά πολλών κοινών δραστηριοτήτων στο διαδίκτυο, από τις συναντήσεις μέχρι την άσκηση και τις θρησκευτικές τελετές. «Οι αλυσίδες τελετουργιών αλληλεπίδρασης που κάποτε έδιναν ρυθμό στην καθημερινή ζωή και προσέφεραν ασφάλεια, σταθερότητα και ανθρώπινη σύνδεση έχουν διαταραχθεί», επισημαίνει.
Η μοναξιά και τα όρια των συμπερασμάτων
Ο Halldorsson συνδέει την αποδυνάμωση των καθημερινών επαφών με το ευρύτερο πρόβλημα της κοινωνικής απομόνωσης.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα έρευνας για την Αγγλία και την Ουαλία. Οι ερευνητές εξέτασαν στοιχεία θνησιμότητας από το 1979 έως το 2020 και εντόπισαν αύξηση σε κατηγορίες θανάτων αδιευκρίνιστης αιτίας. Τις χρησιμοποίησαν ως έμμεσο δείκτη περιπτώσεων στις οποίες η προχωρημένη αποσύνθεση ενδέχεται να εμπόδιζε τον προσδιορισμό της αιτίας θανάτου.
Οι συγγραφείς θεώρησαν την τάση πιθανή ένδειξη κενών στα δίκτυα κοινωνικής υποστήριξης, αναγνωρίζοντας βέβαια σημαντικούς περιορισμούς.
Μπορεί ένα chatbot να καλύψει την ανάγκη για συντροφιά;
Στο ίδιο πλαίσιο, ο κοινωνιολόγος εξετάζει τις συναισθηματικές σχέσεις με εφαρμογές Τεχνητής Νοημοσύνης. Το ερώτημα που θέτει αφορά το κατά πόσο η ανταπόκριση ενός ψηφιακού συνομιλητή μπορεί να αναπληρώσει την εμπειρία μιας ανθρώπινης σχέσης.
Ο Halldorsson χρησιμοποιεί τον όρο «κοινωνική μαγεία» για να περιγράψει όσα προκύπτουν όταν οι άνθρωποι συναντιούνται: την κοινή προσοχή, το συναίσθημα και την αίσθηση συμμετοχής. Κατά την άποψή του, δεν αναπαράγονται πλήρως από μια ψηφιακή διεπαφή, όσο διαθέσιμη ή προσαρμοσμένη στις επιθυμίες μας κι αν είναι.
Η κοινωνική αντίληψη καλλιεργείται στην πράξη
Ο συγγραφέας περιγράφει ακόμη μια άτυπη «έκτη αίσθηση»: την ικανότητα να αντιλαμβανόμαστε το κλίμα μιας παρέας, να αναγνωρίζουμε την αμηχανία, να προβλέπουμε αντιδράσεις και να προσαρμοζόμαστε σε διαφορετικές περιστάσεις. Χρησιμοποιεί τον όρο μεταφορικά, για μια κοινωνική αντίληψη που, όπως υποστηρίζει, καλλιεργείται μέσα από επαναλαμβανόμενες προσωπικές επαφές.
«Η κοινωνική αλληλεπίδραση είναι ο συνδετικός κρίκος μεταξύ του ατόμου και της κοινωνίας», τονίζει. Εκεί, κατά τον ίδιο, ενισχύονται η συντροφικότητα και το αίσθημα του ανήκειν.
Η ανησυχία που εκφράζει ο Halldorsson αφορά τελικά τον χώρο που απομένει για αυτές τις εμπειρίες. Αν κάθε αναμονή γεμίζει με περιεχόμενο και κάθε συνάντηση διακόπτεται από ειδοποιήσεις, η αυθόρμητη επαφή γίνεται ευκολότερο να παρακαμφθεί. Και μαζί της μπορεί να χαθούν οι μικρές στιγμές μέσα από τις οποίες μια γνωριμία αποκτά οικειότητα και μια γειτονιά γίνεται κοινότητα.
Πηγή: www.ygeiamou.gr
