Σχεδόν 4,9 εκατομμύρια άνθρωποι, περισσότερα από 5,4 εκατ. καταγεγραμμένα επεισόδια λοίμωξης από SARS-CoV-2 και 33.740 θάνατοι. Η πορεία της πανδημίας στην Ελλάδα από το 2020 έως τις αρχές του 2023 αποτυπώνεται τώρα μέσα από μια μεγάλη ανάλυση των εθνικών ψηφιακών μητρώων, επιχειρώντας να απαντήσει στο εξής ερώτημα: Ποιοι κινδύνευσαν περισσότερο να χάσουν τη ζωή τους από την COVID-19; Και ποιοι απεβίωσαν, τελικά;

Η μελέτη δημοσιεύθηκε στο Epidemiologia και, σύμφωνα με τους ερευνητές, αποτελεί την πρώτη εις βάθος ανάλυση συνδεδεμένων ατομικών δεδομένων από το Εθνικό Μητρώο Ασθενών COVID-19 και το Εθνικό Μητρώο Εμβολιασμών στην Ελλάδα.

Την εργασία υπογράφουν οι Ivo Rakovac, Χρήστος Τριανταφύλλου, Vion Psiakis, Adela Galinovic, Ana Marques Domingues, Παύλος Μυριανθεύς και Joao Breda, με συμμετοχή ερευνητών από το Περιφερειακό Γραφείο του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ) για την Ευρώπη, το Γραφείο του ΠΟΥ στην Αθήνα για την Ποιότητα της Φροντίδας και την Ασφάλεια των Ασθενών και το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών (ΕΚΠΑ).

Βάση δεδομένων σχεδόν 4,9 εκατ. ανθρώπων

Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν ανωνυμοποιημένα δεδομένα που συνδέθηκαν από την ΗΔΙΚΑ μέσω του ΑΜΚΑ. Οι πληροφορίες για τα χρόνια νοσήματα αντλήθηκαν από την εξωνοσοκομειακή συνταγογράφηση, με βάση τα θεραπευτικά πρωτόκολλα του υπουργείου Υγείας.

Συνολικά, σημειώθηκαν 5.472.147 επεισόδια COVID-19 σε 4.887.589 διαφορετικά άτομα. Το 11,9% είχε περισσότερες από μία καταγεγραμμένες λοιμώξεις, ενώ η διάμεση ηλικία όσων μολύνθηκαν ήταν τα 43 έτη.

Βέβαια, η εικόνα άλλαζε όταν η ανάλυση περιοριζόταν στις απώλειες.

Από τους 33.740 θανάτους, το 81,5% αφορούσε άτομα 70 ετών και άνω. Η διάμεση ηλικία όσων έχασαν τη ζωή τους ήταν τα 83 έτη, ενώ το 54,7% ήταν άνδρες. Ωστόσο, δεν ήταν ο μόνος παράγοντας που ξεχώρισε.

Το «βάρος» των χρόνιων νοσημάτων

Οι άνθρωποι που πέθαναν είχαν κατά διάμεσο όρο δύο συννοσηρότητες. Η υπέρταση ήταν η συχνότερη και καταγράφηκε στο 67,1% των θανάτων, ενώ ακολουθούσαν η δυσλιπιδαιμία με 62,7%, ο διαβήτης τύπου 2 με 35,1% και η στεφανιαία νόσος με 22,8%.

Στους άνω των 70 ετών η επιβάρυνση ήταν ακόμη εντονότερη. Το 72,7% είχε υπέρταση, το 66,4% δυσλιπιδαιμία, το 37,6% διαβήτη τύπου 2 και το 25,3% στεφανιαία νόσο. Περισσότεροι από τους μισούς θανάτους σε αυτή την ομάδα αφορούσαν ανθρώπους με δύο ή τρεις συννοσηρότητες.

Όπως σημειώνουν οι συγγραφείς, η Ελλάδα αποτελείται από γηραιότερο και βεβαρημένο από χρόνια νοσήματα πληθυσμό σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, γεγονός που μπορεί να επηρεάζει την ανθεκτικότητα της χώρας απέναντι σε μελλοντικές υγειονομικές κρίσεις.

Τι έδειξαν τα δεδομένα για τον εμβολιασμό

Η εμβολιαστική κατάσταση ήταν ένας ακόμη παράγοντας που συνδέθηκε με τη θνητότητα. Από τους 33.740 ανθρώπους που πέθαναν, το 70% κατατάχθηκε στην κατηγορία «μη εμβολιασμένοι», το 14% είχε λάβει δύο δόσεις και το 16% τρεις ή περισσότερες. Στους ανθρώπους ηλικίας 70 ετών και άνω, το 67,2% των θανάτων αφορούσε την πρώτη κατηγορία.

Σημειώνεται ότι στις περιγραφικές αναλύσεις οι ερευνητές συμπεριέλαβαν ως «μη εμβολιασμένους» τόσο όσους δεν είχαν καταγεγραμμένη δόση όσο και όσους είχαν λάβει μόνο μία. Στην πολυπαραγοντική ανάλυση, τα άτομα με μία δόση αποκλείστηκαν λόγω του μικρού αριθμού τους και η σύγκριση έγινε με όσους δεν είχαν λάβει καμία.

Μετά την προσαρμογή για την ηλικία και τους υπόλοιπους διαθέσιμους παράγοντες, οι δύο δόσεις συνδέθηκαν με 65% χαμηλότερες πιθανότητες θανάτου. Για την πρώτη ενισχυτική δόση ήταν κατά 84% χαμηλότερες και για τη δεύτερη κατά 91%.

Η Omicron και η μεταβολή του τοπίου

Η μελέτη εξέτασε ξεχωριστά τις (3) περιόδους επικράτησης της αρχικής/Alpha παραλλαγής, της Delta και της Omicron.

Σε σύγκριση με την περίοδο Delta, η Omicron συσχετίστηκε με 72% χαμηλότερες πιθανότητες θανάτου. Αντίθετα, δεν καταγράφηκε στατιστικά σημαντική διαφορά μεταξύ της αρχικής/Alpha και της Delta.

Κάθε περίοδος της πανδημίας χαρακτηριζόταν από διαφορετική εμβολιαστική κάλυψη και διαφορετικές συνθήκες διαχείρισης της νόσου.

Τα όρια της μελέτης

Το μέγεθος του πληθυσμού και η χρήση εθνικών μητρώων αποτελούν ισχυρά πλεονεκτήματα της έρευνας. Οι συγγραφείς, ωστόσο, καταγράφουν και σημαντικούς περιορισμούς. Τα χρόνια νοσήματα εντοπίστηκαν μέσω δεδομένων συνταγογράφησης. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να έχουν διαφύγει αδιάγνωστες παθήσεις ή νοσήματα που δεν αντιμετωπίζονταν με φαρμακευτική αγωγή σε εξωνοσοκομειακό επίπεδο.

Επιπλέον, τα δεδομένα δεν επέτρεπαν σε όλες τις περιπτώσεις να διαχωριστούν οι άνθρωποι που πέθαναν από COVID-19 από εκείνους που πέθαναν με COVID-19, όταν δηλαδή η λοίμωξη δεν αποτελούσε την υποκείμενη αιτία θανάτου. Το ζήτημα αφορά ιδιαίτερα την περίοδο Omicron.

Το μάθημα για μια ενδεχόμενη επόμενη υγειονομική κρίση

Η μελέτη δεν αποτυπώνει τη σημερινή επιδημιολογική κατάσταση της COVID-19. Περιγράφει μια συγκεκριμένη και ιδιαίτερα φορτισμένη περίοδο, από την έναρξη της πανδημίας έως τον Ιανουάριο του 2023.

Για τους ερευνητές, όμως, το βασικό δίδαγμα υπερβαίνει τον SARS-CoV-2. Η μεγάλη συγκέντρωση θανάτων στους ηλικιωμένους και στους ανθρώπους με πολλαπλά χρόνια νοσήματα αναδεικνύει την ανάγκη για δύο παράλληλες γραμμές άμυνας: προστασία των ευάλωτων από τις λοιμώξεις και, ταυτόχρονα, καλύτερη πρόληψη και αντιμετώπιση των μη μεταδοτικών νοσημάτων.

Στα συμπεράσματά τους, οι συγγραφείς δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στην υπέρταση, τα καρδιαγγειακά νοσήματα, τον διαβήτη και την παχυσαρκία, αλλά και στην ανάγκη ενίσχυσης της δημόσιας υγείας και της ποιότητας της φροντίδας. Η πανδημία δεν έφερε στο φως μόνο τα «τρωτά σημεία» απέναντι σε έναν νέο ιό. Έδειξε πόσο καθοριστική μπορεί να γίνει η συνολική κατάσταση υγείας ενός πληθυσμού εάν – και όταν – εμφανιστεί η επόμενη μεγάλη υγειονομική απειλή.

Διαβάστε επίσης 

6 χρόνια από την «ασθενή 0» με κορωνοϊό – Η πανδημία που άλλαξε τη ζωή μας

Η πανδημία άλλαξε το μοτίβο θνησιμότητας παγκοσμίως – Τι συνέβη στην Ελλάδα

Κορωνοϊός: Ποια είναι η νέα παραλλαγή «τζιτζίκι» ή Cicada που προκαλεί ανησυχία

Πηγή: www.ygeiamou.gr