Ένα ιατρικό ραντεβού, ακόμη και όταν είναι προγραμματισμένο και απολύτως αναγκαίο, μπορεί να συνοδεύεται από έντονο άγχος πολύ πριν φτάσουμε στην πόρτα του ιατρείου. Το συναίσθημα μπορεί να είναι ακόμη πιο έντονο για τους ανθρώπους που ζουν με ένα χρόνιο νόσημα και έχουν συχνή επαφή με γιατρούς, εξετάσεις και θεραπείες.
Η Talia Cohen, Ph.D., εκπαιδευτικός και συγγραφέας με διδακτορικό στην κλινική ψυχολογία, η οποία ζει και η ίδια με χρόνια νόσο εξηγεί στο Psychology Today έξι παράγοντες που μπορούν να βρίσκονται πίσω από το άγχος ενός ιατρικού ραντεβού. Το πρώτο που χρειάζεται να γνωρίζουμε, όπως επισημαίνει, είναι ότι αυτή η αντίδραση δεν εμφανίζεται χωρίς λόγο.
1. «Κι αν οι εξετάσεις δείξουν κάτι;»
Η πιο προφανής αιτία για το συγκεκριμένο άγχος είναι ο φόβος πίσω από την αβεβαιότητα για το τι θα ακούσουμε. Η Cohen επισημαίνει ότι δεν είναι ρεαλιστικό να περιμένουμε από τον εαυτό μας να παραμένει απόλυτα ψύχραιμος όταν πρόκειται να ακούσουμε σημαντικές πληροφορίες για την υγεία και το ίδιο μας το σώμα. «Το άγχος είναι μια προσαρμοστική αντίδραση» τονίζει.
2. Ο φόβος ότι ο γιατρός δεν θα μας πιστέψει
«Κι αν θεωρήσει ότι υπερβάλλω;». Για έναν ασθενή που προσπαθεί να περιγράψει πόνο, κόπωση ή άλλα συμπτώματα που δεν είναι πάντοτε ορατά ή εύκολο να μετρηθούν, η σκέψη ότι μπορεί να μην γίνει πιστευτός δημιουργεί πρόσθετη ένταση. Σύμφωνα με την Cohen, ο φόβος της αμφισβήτησης μπορεί να κάνει τον ασθενή να προετοιμάζεται εκ των προτέρων ακόμη και για την πιθανότητα να μην εισακουστεί όπως θα ήθελε.
3. «Θα θυμηθώ να του τα πω όλα;»
Πότε άρχισε ο πόνος; Πόσο συχνά εμφανίζεται; Οι ερωτήσεις μπορεί να φαίνονται απλές, αλλά μπροστά στον γιατρό δεν είναι πάντοτε εύκολο να ανακαλέσουμε όλες τις λεπτομέρειες. Ιδιαίτερα όταν πρόκειται για την πρώτη επίσκεψη σε έναν νέο γιατρό, το νοητικό φορτίο μπορεί να είναι μεγάλο.
Ο ασθενής προσπαθεί ταυτόχρονα να θυμηθεί το ιστορικό του, να περιγράψει με ακρίβεια τα συμπτώματα και να θέσει τα ερωτήματα που τον απασχολούν. Πίσω από όλα αυτά, μπορεί να υπάρχει η αγωνία ότι, εάν ξεχάσει κάτι, δεν θα λάβει τη φροντίδα που χρειάζεται.
4. Η αναμονή εντείνει την αγωνία
Ένα σημαντικό ιατρικό ραντεβού μπορεί να απέχει εβδομάδες ή και μήνες. Όταν μάλιστα από αυτό περιμένουμε μια διάγνωση, μια θεραπευτική επιλογή ή απλώς την πιθανότητα να αισθανθούμε καλύτερα, η προσμονή αποκτά ιδιαίτερο βάρος. Η μεγάλη αναμονή, σύμφωνα με την Cohen, αφήνει περισσότερο χώρο στο άγχος να αναπτυχθεί. Η ένταση συσσωρεύεται μέχρι να έρθει τελικά η ημέρα του ραντεβού.
5. Ανησυχία για όσα συνοδεύουν ένα ραντεβού
Μια ιατρική επίσκεψη μπορεί να απαιτεί και μια άδεια από τη δουλειά, μετακίνηση, έξοδα και σημαντική κατανάλωση ενέργειας – κάτι ιδιαίτερα σημαντικό για έναν άνθρωπο με χρόνια νόσο. Όσο περισσότερα χρειάζεται να οργανωθούν γύρω από το ραντεβού, τόσο περισσότερες είναι και οι πιθανές πηγές ανησυχίας.
6. Μια κακή εμπειρία μπορεί να μας ακολουθεί
Η Cohen αναφέρεται ιδιαίτερα στο ιατρικό τραύμα και στις μετατραυματικές αντιδράσεις που μπορεί να συνδέονται με προηγούμενες ιατρικές εμπειρίες. Σε αυτές τις περιπτώσεις, το σώμα μπορεί να βρίσκεται σε αυξημένη εγρήγορση μπροστά σε μια νέα επίσκεψη, ακόμη κι αν η συγκεκριμένη κατάσταση δεν ενέχει τον κίνδυνο μιας προηγούμενης εμπειρίας, σημειώνει.
Τι μπορούμε να κάνουμε πριν από το ραντεβού
Αντί να προσπαθούμε απλώς να διώξουμε το άγχος, η Cohen συμβουλεύει αρχικά να αναζητήσουμε τι ακριβώς το προκαλεί. Είναι τα αποτελέσματα; Ο φόβος μιας νέας θεραπείας; Μπορεί, φυσικά, να συνυπάρχουν περισσότεροι από ένας λόγοι.
Η ίδια προτείνει επίσης να προβλέπουμε λίγο χρόνο αποφόρτισης τόσο πριν όσο και μετά το ραντεβού. Ακόμη και λίγα λεπτά ηρεμίας μπορούν να βοηθήσουν τον ασθενή να αναγνωρίσει την ένταση και να αντιμετωπίσει τον εαυτό του με περισσότερη κατανόηση. «Καθίστε κάπου ήσυχα, αναγνωρίστε με καλοσύνη το άγχος που αισθάνεστε και υπενθυμίστε στον εαυτό σας: “Μπορώ να αντέξω αυτό το συναίσθημα. Μπορώ να το αντιμετωπίσω. Εμπιστεύομαι τον εαυτό μου. Είμαι ασφαλής”» καταλήγει.
Πηγή: www.ygeiamou.gr
