Νέες αμφιβολίες σχετικά με τη μακροχρόνια χρήση αντικαταθλιπτικών φαρμάκων εγείρει μια εκτενής ανασκόπηση της διαθέσιμης επιστημονικής βιβλιογραφίας, η οποία καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τα οφέλη της θεραπείας πέραν των 12 μηνών είναι περιορισμένα, ενώ οι πιθανοί κίνδυνοι για την υγεία φαίνεται να αυξάνονται με τη διάρκεια χρήσης.
Η κλινική ανασκόπηση, στην οποία συμμετείχαν ερευνητές από το Πανεπιστήμιο της Αδελαΐδας και το Πανεπιστήμιο του Κουίνσλαντ, δημοσιεύθηκε στο Australian Journal of General Practice και προτρέπει σε τακτική επανεκτίμηση της ανάγκης συνέχισης της αγωγής, τουλάχιστον κάθε έξι μήνες.
Σύμφωνα με τους συγγραφείς, υπάρχουν ελάχιστα ισχυρά στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι τα αντικαταθλιπτικά προλαμβάνουν αποτελεσματικά την υποτροπή της κατάθλιψης μετά τον πρώτο χρόνο θεραπείας. Παράλληλα, υποστηρίζουν ότι τα δεδομένα που χρησιμοποιούνται συχνά για να δικαιολογήσουν τη μακροχρόνια χορήγησή τους ενδέχεται να υπερεκτιμούν τα πραγματικά οφέλη.
«Μεγάλο μέρος των στοιχείων που υποστηρίζουν τη μακροχρόνια θεραπεία με αντικαταθλιπτικά προέρχεται από τις λεγόμενες μελέτες πρόληψης υποτροπής», δήλωσε ο αναπληρωτής καθηγητής Ψυχιατρικής Mark Horowitz από την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου της Αδελαΐδας. «Οι μελέτες αυτές συνήθως συγκρίνουν ασθενείς που συνεχίζουν τη φαρμακευτική αγωγή με ασθενείς που τη διακόπτουν απότομα ή πολύ γρήγορα. Επειδή δεν διαχωρίζουν τα συμπτώματα στέρησης από την επανεμφάνιση της κατάθλιψης, θεωρούμε ότι πολλές από τις φαινομενικές υποτροπές μπορεί στην πραγματικότητα να είναι επιδράσεις της διακοπής του φαρμάκου», εξήγησε.
Πιθανές επιπτώσεις από τη μακροχρόνια χρήση
Η ανασκόπηση συγκεντρώνει στοιχεία που συνδέουν τη μακροχρόνια λήψη αντικαταθλιπτικών με ανεπιθύμητες ενέργειες, όπως σεξουαλική δυσλειτουργία, συναισθηματικό μούδιασμα, γνωστικές δυσκολίες, αύξηση βάρους και αυξημένο κίνδυνο σωματικών προβλημάτων υγείας στους ηλικιωμένους.
Παράλληλα, οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι τα συμπτώματα στέρησης μπορεί να είναι έντονα και να επιμένουν για μήνες ή ακόμη και χρόνια σε ορισμένες περιπτώσεις. «Ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι ο κίνδυνος εμφάνισης συμπτωμάτων στέρησης φαίνεται να αυξάνεται όσο μεγαλύτερη είναι η διάρκεια χρήσης, ένας ακόμη λόγος για τη διακοπή των αντικαταθλιπτικών νωρίτερα παρά αργότερα», ανέφερε ο καθηγητής Χόροβιτς.
Τα συμπτώματα στέρησης μπορεί να παρερμηνεύονται
Οι ερευνητές επισημαίνουν επίσης ότι συμπτώματα όπως το άγχος, η αϋπνία και η κακή διάθεση μπορεί να εμφανιστούν τόσο κατά τη διακοπή των αντικαταθλιπτικών όσο και σε περίπτωση υποτροπής της κατάθλιψης, γεγονός που δυσκολεύει τη διάκριση μεταξύ των δύο καταστάσεων. «Καθώς οι μελέτες αυτές δεν διαχωρίζουν τα δύο φαινόμενα, συχνά κατατάσσουν λανθασμένα τα συμπτώματα στέρησης ως επιστροφή της κατάθλιψης, αφού αυτό αποτελεί το βασικό αντικείμενο των ερευνών», σημείωσε ο καθηγητής.
Ο ίδιος χρησιμοποίησε μάλιστα ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα για να εξηγήσει το σκεπτικό του: «Αν η ίδια προσέγγιση εφαρμοζόταν στα τσιγάρα και η επιδείνωση της κατάστασης μετά τη διακοπή τους ερμηνευόταν ως απόδειξη ότι οι άνθρωποι πρέπει να συνεχίσουν να καπνίζουν, θα γνωρίζαμε ότι αυτό είναι παράλογο. Ωστόσο, παρόμοιου τύπου στοιχεία χρησιμοποιούνται για να υποστηριχθεί η μακροχρόνια χρήση αντικαταθλιπτικών». Κατά τον ίδιο, «οι κατευθυντήριες οδηγίες πρέπει να επικαιροποιηθούν ώστε να αντικατοπτρίζουν το γεγονός ότι δεν υπάρχουν αξιόπιστες μελέτες που να αποδεικνύουν την αποτελεσματικότητα των αντικαταθλιπτικών σε μακροχρόνιο ορίζοντα».
Προς μια πιο εξατομικευμένη προσέγγιση
Οι συγγραφείς της μελέτης εκτιμούν ότι πολλοί ασθενείς μπορούν να αναρρώσουν χωρίς μακροχρόνια φαρμακευτική αγωγή, ιδιαίτερα όταν έχουν πρόσβαση σε αποτελεσματικές ψυχολογικές παρεμβάσεις.
Η καθηγήτρια Katharine Wallis, επικεφαλής του Τμήματος Γενικής Ιατρικής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Κουίνσλαντ, τόνισε την ανάγκη αναθεώρησης της μέχρι σήμερα πρακτικής. «Ως γενικοί ιατροί, συνειδητοποιούμε ολοένα και περισσότερο τα περιορισμένα οφέλη και τις πιθανές βλάβες που συνδέονται με τη μακροχρόνια χρήση αντικαταθλιπτικών, καθώς και την ανάγκη να επανεξετάσουμε τη λογική του “συνταγογραφώ και ξεχνώ”», δήλωσε.
Όπως πρόσθεσε, «δίνεται πλέον μεγαλύτερη έμφαση στην υποστήριξη των ασθενών ώστε να λαμβάνουν ενημερωμένες αποφάσεις σχετικά με τη χρήση αντικαταθλιπτικών και να τα διακόπτουν μέσω σταδιακής μείωσης της δόσης».
Οι ερευνητές προτείνουν, μεταξύ άλλων, την καλύτερη ενημέρωση του κοινού σχετικά με την κατάθλιψη, την αναγνώριση ότι η επιδείνωση των συμπτωμάτων μετά τη διακοπή της αγωγής μπορεί να οφείλεται σε στερητικά φαινόμενα και όχι απαραίτητα σε υποτροπή, καθώς και την ευρύτερη εφαρμογή πρωτοκόλλων σταδιακής απομείωσης της δόσης για όσους λαμβάνουν αντικαταθλιπτικά επί μακρόν.
Πηγή: www.ygeiamou.gr
