Ο Τζάρεντ και η Μάγκι μεγάλωσαν στο ίδιο σπίτι, με τους ίδιους γονείς και τις ίδιες οικογενειακές παραδόσεις. Ωστόσο, ποτέ δεν ήταν ιδιαίτερα κοντά.
Ως παιδιά τσακώνονταν για τα πιο συνηθισμένα πράγματα: ποιος πέρασε τη νοητή γραμμή που χώριζε το πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου στα οικογενειακά ταξίδια ή ποιος έφαγε το τελευταίο παγωτό από την κατάψυξη. Τότε, οι γονείς μπορούσαν να παρέμβουν και να βάλουν τέλος στις συγκρούσεις. Σήμερα, ως ενήλικες, δεν τσακώνονται πια. Όχι επειδή η σχέση τους βελτιώθηκε, αλλά επειδή σπάνια μιλούν. Οι επαφές τους περιορίζονται σε σύντομα τυπικά μηνύματα για το τι θα αγοράσουν στους γονείς τους για τα Χριστούγεννα ή τα γενέθλιά τους.
Η ιστορία αυτή δεν είναι ασυνήθιστη. Η αποξένωση μεταξύ αδελφών είναι πιο συχνή απ’ όσο πιστεύουμε και συνήθως δεν οφείλεται σε ένα μόνο γεγονός, αλλά σε μια σειρά παραγόντων που συσσωρεύονται με την πάροδο του χρόνου. Ο Bob Taibbi, κοινωνικός λειτουργός με πάνω από 50 χρόνια κλινικής εμπειρίας, παρουσιάζει σε άρθρο του στο Psychology Today τις πιο κοινές αιτίες για αυτή την απομάκρυνση.
Έχουν διαφορετικές προσωπικότητες
Όπως εξηγεί, οι έρευνες γύρω από τη σειρά γέννησης δείχνουν ότι τα παιδιά συχνά αναπτύσσουν διαφορετικούς ρόλους μέσα στην οικογένεια. Το μεγαλύτερο παιδί μπορεί να θεωρείται πιο υπεύθυνο, το δεύτερο πιο ανεξάρτητο ή αντιδραστικό, ενώ τα μικρότερα αδέλφια ακολουθούν τη δική τους πορεία. Αυτές οι διαφορές μπορεί να ενισχυθούν στην ενήλικη ζωή, όταν οι επιλογές, οι αξίες και οι προτεραιότητες αποκλίνουν ακόμη περισσότερο.
Δεν έχουν κοινά ενδιαφέροντα
Στην παιδική ηλικία, τα αδέλφια μοιράζονται αναγκαστικά χρόνο και εμπειρίες. Ως ενήλικες, όμως, οι κοινές δραστηριότητες δεν είναι δεδομένες. Όταν δεν υπάρχουν κοινά ενδιαφέροντα ή τρόποι επικοινωνίας, η σχέση συχνά ατονεί χωρίς να έχει προηγηθεί κάποια σοβαρή σύγκρουση.
Όταν οι παιδικές πληγές παραμένουν ανοιχτές
Ένας από τους σημαντικότερους λόγους απομάκρυνσης είναι τα συναισθήματα αδικίας που μπορεί να έχουν διαμορφωθεί από την παιδική ηλικία. Η Μάγκι μπορεί να θεωρεί ότι ότι ο αδελφός της ο Τζάρεντ είναι ήταν το «αγαπημένο» παιδί των γονιών, ενώ ο Τζάρεντ μπορεί να νιώθει ότι αντιμετωπίστηκε με αυστηρότερα μέτρα και σταθμά σε σύγκριση με την μικρότερη αδερφή του. Ανεξάρτητα από το αν αυτές οι αντιλήψεις ανταποκρίνονται πλήρως στην πραγματικότητα, οι συναισθηματικές επιπτώσεις τους μπορεί να διαρκέσουν για χρόνια.
Σύμφωνα με τον ειδικό, τα αδέλφια συχνά μεγαλώνουν κάτω από διαφορετικές οικογενειακές συνθήκες και με «διαφορετικούς» γονείς. «Όταν γεννήθηκε ο Τζάρεντ, οι γονείς ήταν νεότεροι, λιγότερο έμπειροι ως γονείς, πιθανότατα είχαν λιγότερα χρήματα και προσπαθούσαν να βρουν τον δρόμο τους στην ενήλικη ζωή. Μέχρι να έρθει η Μάγκι, είχαν αποκτήσει περισσότερη εμπειρία και ίσως περισσότερη οικονομική άνεση, αλλά ήταν επίσης πιο απορροφημένοι από την καριέρα τους ή ήδη κουρασμένοι από τις απαιτήσεις της ζωής» εξηγεί.
Μπορεί να γεφυρωθεί το χάσμα;
Σε ορισμένες περιπτώσεις, η απόσταση παραμένει για δεκαετίες. Σε άλλες, ένα σημαντικό οικογενειακό γεγονός, όπως μια ασθένεια ή η απώλεια ενός γονέα, λειτουργεί ως αφορμή για επανασύνδεση, σύμφωνα με τον Taibbi. «Καθώς μεγαλώνουν, οι αξίες, οι ανάγκες και οι προτεραιότητές τους αλλάζουν. Συνειδητοποιούν ότι τους λείπει η υποστήριξη και η σύνδεση της οικογένειας και η αδελφική σχέση» συμπληρώνει.
Ωστόσο, η αποκατάσταση μιας αδελφικής σχέσης απαιτεί πρωτοβουλία. Η παρατεταμένη σιωπή δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο, όπου κάθε πλευρά περιμένει από την άλλη να κάνει το πρώτο βήμα. «Αν ο ένας ή και οι δύο θέλουν να κλείσουν το χάσμα, η διέξοδος είναι να το κάνουν: να αναλάβουν την πρωτοβουλία προσεγγίζοντας τον άλλον και αφήνοντας στην άκρη παλιές δυσαρέσκειες ή αναζητώντας βοήθεια μέσω θεραπείας» τονίζει.
«Αν η πρόσκληση γίνει δεκτή, πρέπει να αφιερώσουν χρόνο για να μιλήσουν για το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Αν έχουν κολλήσει στο παρελθόν και δεν έχουν νέες αναμνήσεις να τις αντικαταστήσουν, το παρελθόν παραμένει» σημειώνει.
Ο ρόλος των γονιών
Η απομάκρυνση μεταξύ αδελφών συχνά προκαλεί έντονη στενοχώρια στους γονείς: «Έχω γνωρίσει πολλούς γονείς που έρχονται στη θεραπεία επειδή νιώθουν πόνο από την κατάσταση των σχέσεων των παιδιών τους. Νιώθουν ενοχές ή τύψεις και δεν ξέρουν πώς να βοηθήσουν να κλείσει το χάσμα» λέει χαρακτηριστικά.
Αυτό που προτείνει είναι οι γονείς να ενθαρρύνουν την επικοινωνία χωρίς πίεση και να αναγνωρίζουν, όπου χρειάζεται, τυχόν λάθη ή διαφορετικές συμπεριφορές που μπορεί να υπήρξαν στο παρελθόν. Μια ειλικρινής συζήτηση και η αποδοχή των συναισθημάτων των παιδιών μπορούν να συμβάλουν στην κατανόηση και στη μείωση των παλιών εντάσεων.
«Δεν υπάρχει κάποια μαγική λύση. Οι σχέσεις θεραπεύονται όταν αλλάζουν οι συμπεριφορές, οι οποίες με τη σειρά τους αλλάζουν τις ιστορίες που λέμε στον εαυτό μας και κλείνουν τις παλιές πληγές» καταλήγει.
Πηγή: www.ygeiamou.gr
