Η παρουσία γάτας στο σπίτι δεν φαίνεται να επιδεινώνει κατ’ ανάγκην το άσθμα των παιδιών που έχουν ήδη διαγνωστεί με τη νόσο και με αλλεργία των αεραγωγών.
Αυτό δείχνει μεγάλη ανάλυση από τη Σουηδία, η οποία έθεσε υπό το μικροσκόπιο στοιχεία περισσότερων από 30.000 παιδιών και δεν εντόπισε σημαντικές διαφορές στις παροξύνσεις, στη βαρύτητα, στον έλεγχο του άσθματος ή στην πνευμονική λειτουργία ανάμεσα σε εκείνα που ζούσαν με γάτα και σε όσα δεν είχαν το συγκεκριμένο κατοικίδιο στο σπίτι.
Τα ευρήματα δημοσιεύθηκαν στο Frontiers in Allergy και επιχειρούν να απαντήσουν σε ένα συχνό ερώτημα των οικογενειών: «Πρέπει οπωσδήποτε ένα παιδί με άσθμα να αποχωριστεί τη γάτα του;».
Περισσότερα από 30.000 παιδιά στη μελέτη
Οι ερευνητές του Karolinska Institutet εξέτασαν τα δεδομένα 30.277 παιδιών ηλικίας 4 έως 17 ετών, τα οποία είχαν διαγνωστεί με άσθμα και αλλεργία των αεραγωγών.
Όλα τα παιδιά είχαν λάβει φροντίδα για το άσθμα πριν από την έναρξη της ανάλυσης. Η πορεία τους παρακολουθήθηκε κατά την περίοδο 2023-2024 μέσα από σουηδικά εθνικά μητρώα υγείας, συνταγογράφησης φαρμάκων και αναπνευστικών παθήσεων.
Για να διαπιστωθεί ποια από αυτά συμβίωναν με γάτα, οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν το Εθνικό Μητρώο Γατών της Σουηδίας. Συνολικά, 2.862 παιδιά, δηλαδή το 9,4% του δείγματος, είχαν τουλάχιστον μία στο σπίτι τους.
Σχεδόν ίδια ποσοστά κρίσεων
Κατά την περίοδο παρακολούθησης, κρίση άσθματος καταγράφηκε στο 3,3% των παιδιών που συγκατοικούσαν με γάτα και στο 3,5% εκείνων χωρίς το κατοικίδιο. Αντίστοιχα, μέτριο έως σοβαρό άσθμα παρουσίασε:
- το 9,6% των παιδιών με γάτα,
- το 10,1% των παιδιών χωρίς γάτα.
Μετά την προσαρμογή για παράγοντες που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τα αποτελέσματα (π.χ. φύλο, ηλικία, τόπος διαμονής κ.λπ.), οι διαφορές δεν ήταν στατιστικά σημαντικές.
«Όσα ζούσαν με γάτα εμφάνισαν παρόμοια βαρύτητα, αριθμό παροξύνσεων, έλεγχο του άσθματος και πνευμονική λειτουργία με εκείνα που δεν είχαν το συγκεκριμένο κατοικίδιο στο σπίτι», ανέφερε η Δρ. Resthie R. Putri, επικεφαλής συγγραφέας.
Παράλληλα, ούτε χαρακτηριστικά όπως ο αριθμός των γατών, το φύλο και η ηλικία τους συνδέθηκαν με μεγαλύτερο κίνδυνο παρόξυνσης ή βαρύτερης νόσου.
«Μια πιθανή ερμηνεία είναι ότι η έκθεση στα συγκεκριμένα αλλεργιογόνα είναι πολύ συχνή, ακόμη και εκτός σπιτιού. Τα παιδιά που δεν έχουν γάτες στο σπίτι μπορεί να εκτίθενται σε κοινόχρηστους χώρους, όπως σχολεία ή μέσα μαζικής μεταφοράς, κάτι που θα μπορούσε να αιτιολογήσει γιατί δεν παρατηρήσαμε διαφορά», σημείωσε η Δρ. Putri.
Παρά το ενδιαφέρον που πυροδοτούν τα παραπάνω ευρήματα, οι συγγραφείς επισημαίνουν πως υπάρχουν ορισμένοι περιορισμοί που δεν επιτρέπουν τη γενίκευση των συμπερασμάτων.
Τέλος, όταν υπάρχει επιβεβαιωμένη αλλεργία στη γάτα, εμφανής επιδείνωση μετά την επαφή, συχνές κρίσεις ή ανεπαρκής έλεγχος της νόσου, η αξιολόγηση από παιδοπνευμονολόγο ή αλλεργιολόγο παραμένει απαραίτητη.
Πηγή: www.ygeiamou.gr
