Η στιγμή είναι γνώριμη σε πολλούς γονείς: ζητάτε από το παιδί σας να σταματήσει να πηδάει στον καναπέ, εκείνο σας κοιτάζει και συνεχίζει σαν να μην άκουσε τίποτα. Η αυθόρμητη αντίδραση είναι συχνά να υψωθεί ο τόνος, να μπουν αυστηρότερα όρια ή να επιχειρηθεί πιο έντονος έλεγχος της συμπεριφοράς.

Ωστόσο, σύμφωνα με την Jen Lumanlan στο Psychology Today, η ανυπακοή δεν είναι πάντα αυτό που φαίνεται. Πολλές φορές, δεν πρόκειται απλώς για «κακή συμπεριφορά», αλλά για ένα σήμα ότι κάτι βαθύτερο δεν λειτουργεί στη σχέση γονέα-παιδιού ή στον τρόπο που τίθενται τα όρια.

Η ανυπακοή δεν είναι πάντα πρόκληση

Όπως αναφέρει, ένα παιδί που λέει «όχι» ή επιμένει σε μια συμπεριφορά, δεν είναι απαραίτητα απείθαρχο. Αντίθετα, μπορεί να εκφράζει την ανάγκη του για έλεγχο, αυτονομία ή σύνδεση.

Από την άλλη πλευρά, η πλήρης συμμόρφωση δεν αποτελεί πάντα θετικό σημάδι. Ορισμένες έρευνες συνδέουν την υπερβολική συμμόρφωση στην παιδική ηλικία με μεγαλύτερη ανησυχία ή (αυξημένο) φόβο αργότερα. Με άλλα λόγια, η αντίδραση ενός παιδιού μπορεί να είναι μέρος της φυσιολογικής αναπτυξιακής του πορείας – και όχι απλώς μια απόπειρα αμφισβήτησης του γονέα.

Η ειδικός, λοιπόν, αναλύει 3 κοινά λάθη που κάνουν την εφαρμογή των ορίων… ακόμη πιο δύσκολη.

1.  Όρια χωρίς καθαρές αξίες

Κατά τη Lumanlan, ένας από τους βασικούς λόγους που οι γονείς δυσκολεύονται να θέσουν όρια είναι ότι πολλές φορές δεν είναι απολύτως βέβαιοι γιατί τα θέτουν. Άλλο ο στόχος και άλλο οι αξίες. Ο πρώτος είναι το αποτέλεσμα που θέλει να πετύχει ο γονιός. Οι αξίες είναι ο τρόπος με τον οποίο επιλέγει να κινηθεί προς αυτό.

Όταν ένα όριο μπαίνει χωρίς να στηρίζεται σε μια καθαρή αξία, συχνά γίνεται αβέβαιο και αντιφατικό. Το παιδί «διαβάζει» την ασάφεια και τείνει να το δοκιμάζει περισσότερο. Αντίθετα, όταν ο γονιός πιστεύει στο όριο που βάζει, το εφαρμόζει με μεγαλύτερη σταθερότητα και λιγότερη ενοχή.

2. Όρια για έλεγχο, όχι για ανάγκη

Ένα δεύτερο κρίσιμο σημείο είναι ότι οι γονείς συχνά θέτουν όρια με βασικό στόχο τον άμεσο έλεγχο της συμπεριφοράς, όχι την κάλυψη μιας πραγματικής ανάγκης.

Η Lumanlan υπενθυμίζει ότι η ανάγκη για αυτονομία είναι θεμελιώδης ήδη από τη βρεφική ηλικία. Όσο τα παιδιά μεγαλώνουν, τόσο πιο έντονα επιθυμούν να έχουν λόγο στο τι συμβαίνει στη ζωή τους. Όταν, λοιπόν, μέσα στην ημέρα ακούν διαρκώς «μη», «σταμάτα», «έτσι θα γίνει», η αντίδραση δεν είναι παράλογη. Είναι μια προσπάθεια να υπερασπιστούν την αίσθηση ελέγχου που έχουν πάνω στον εαυτό τους.

Το κρίσιμο ερώτημα, σύμφωνα με την ίδια, δεν είναι μόνο «τι θέλω να κάνει το παιδί μου;», αλλά και «γιατί θέλω να το κάνει;». Αν η απάντηση είναι ο φόβος ή η ανάγκη για υποταγή, τότε η συμμόρφωση μπορεί να μοιάζει με πειθαρχία, αλλά στην πραγματικότητα να κρύβει παραίτηση ή καταστολή της προσωπικής έκφρασης του παιδιού.

3. Ο γονιός δεν αναγνωρίζει τις δικές του ανάγκες

Ίσως ακόμη πιο σημαντικό θεωρείται το ότι πολλοί γονείς δεν έχουν μάθει να αναγνωρίζουν τι ακριβώς χρειάζονται οι ίδιοι σε μια δύσκολη στιγμή. Σε παράδειγμα από την προσωπική της εμπειρία, περιγράφει μια σκηνή όπου η κόρη της πηδούσε κοντά σε σκαλιά. Αντί να περιοριστεί στο «σταμάτα, θα χτυπήσεις», προσπάθησε να εντοπίσει ποια ήταν η πραγματική της ανάγκη: η ασφάλεια του παιδιού.

Από εκεί και πέρα, η συζήτηση άλλαξε. Αντί για σύγκρουση, ακολούθησε αναζήτηση λύσης από κοινού. Το παιδί πρότεινε έναν διαφορετικό τρόπο να συνεχίσει το παιχνίδι χωρίς να κινδυνεύει, κι έτσι καλύφθηκαν και η ανάγκη του παιδιού για κίνηση και χαρά και η ανάγκη του γονέα για ασφάλεια.

Η βασική ιδέα είναι ότι όταν ο γονιός ξέρει τι πραγματικά τον ενοχλεί ή τι επιδιώκει να προστατεύσει, μπορεί να βρει λύσεις που δεν απαιτούν αυστηρή επιβολή.

Συμπέρασμα

Οι περισσότεροι γονείς έχουν μάθει να διαχειρίζονται τη συμπεριφορά, όχι να αναρωτιούνται τι βρίσκεται από κάτω. Όμως, η ουσιαστική αλλαγή δεν πηγάζει απαραίτητα από περισσότερους κανόνες ή πιο αυστηρές αντιδράσεις. Κατά τη Lumanlan, η αποσαφήνιση των αξιών, η κατανόηση του τι κρύβεται πίσω από κάθε όριο και η αναγνώριση των αναγκών του ίδιου του γονέα μπορούν να αλλάξουν όχι μόνο τον τρόπο με τον οποίο τίθενται τα όρια, αλλά και το πόσο συχνά τελικά χρειάζονται.

Πηγή: www.ygeiamou.gr