«Γιατί καταλήγω πάντα με ανθρώπους που πρέπει να σώσω;». Πρόκειται για ένα ερώτημα που επανέρχεται αρκετές φορές στις συνεδρίες των θεραπευόμενων του Boris Herzberg, θεραπευτή ζεύγους και σχέσεων – και ειδικά από ανθρώπους που είναι συμπονετικοί, δοτικοί και φροντιστικοί.
Ο ίδιος εξηγεί σε άρθρο του στο Psychology Today ότι πίσω από αυτή την επαναλαμβανόμενη λάθος επιλογή μπορεί να βρίσκεται αυτό που ανεπίσημα περιγράφεται στην ψυχολογία ως «σύνδρομο του σωτήρα». Δεν πρόκειται για επίσημη ψυχιατρική διάγνωση, αλλά για ένα μοτίβο στο οποίο κάποιος αισθάνεται ότι έχει αξία μέσα στη σχέση κυρίως όταν ο άλλος τον χρειάζεται.
Έτσι, κάποιος μπορεί να έλκεται ξανά και ξανά από ανθρώπους με εξαρτήσεις, οικονομική αστάθεια, έντονες προσωπικές δυσκολίες ή συναισθηματική μη διαθεσιμότητα. «Οι περισσότεροι άνθρωποι θα υπέθεταν ότι ίσως οφείλεται στην κακή τύχη ή στην κακή επιλογή των συντρόφων. Αλλά το μοτίβο είναι πολύ παλαιότερο από οποιαδήποτε άλλη σχέση σας» σημειώνει.
Τι ρόλο παίζει η παιδική ηλικία;
Σύμφωνα με τον Herzberg, οι ρίζες αυτού του μοτίβου μπορεί να βρίσκονται στην παιδική ηλικία. Όπως εξηγεί, σε ένα υγιές οικογενειακό περιβάλλον, το παιδί έχει χώρο να εκφράσει τις ανάγκες, τα συναισθήματα και τα όριά του. Σε μια δυσλειτουργική οικογενειακή δυναμική, όμως, μπορεί να κληθεί να αναλάβει ρόλους που δεν αντιστοιχούν στην ηλικία του. «Μπορεί, για παράδειγμα, να γίνει ο άνθρωπος στον οποίο η μητέρα εκμυστηρεύεται τα προβλήματα του γάμου της ή το παιδί που βρίσκεται διαρκώς σε επιφυλακή ώστε να μην προκαλέσει τον θυμό του πατέρα» σημειώνει ο ειδικός.
Με την πάροδο του χρόνου, όμως, εδραιώνεται μια συγκεκριμένη πεποίθηση: «Με αγαπούν για όσα κάνω για τους άλλους και όχι απλώς γι’ αυτό που είμαι». Αυτή η πεποίθηση μπορεί αργότερα να μεταφερθεί αυτούσια στις ερωτικές σχέσεις.
Γιατί ένας δύσκολος σύντροφος μπορεί να μας φαίνεται πιο ελκυστικός
Για κάποιον που έχει μεγαλώσει μέσα στην ένταση και την ανάγκη να φροντίζει τους άλλους, η σταθερότητα μπορεί να μοιάζει παράξενα ανοίκεια, ακόμα και βαρετή. Αντίθετα, ένας άνθρωπος που χρειάζεται βοήθεια δημιουργεί μια γνώριμη συνθήκη.
Ο Herzberg ξεχωρίζει τέσσερις μηχανισμούς που μπορούν να βρίσκονται πίσω από αυτή την έλξη:
- Η ψευδαίσθηση του ελέγχου: Όταν ο άλλος εξαρτάται από τη βοήθειά μας, μπορεί να δημιουργείται ένα αίσθημα ασφάλειας: «Αφού με χρειάζεται, δεν θα φύγει». Το να είμαστε απαραίτητοι γίνεται ένας τρόπος να μειώσουμε τον φόβο της εγκατάλειψης.
- Η αποφυγή των δικών μας δυσκολιών: Η συνεχής ενασχόληση με τα προβλήματα του συντρόφου αφήνει ελάχιστο χώρο για να κοιτάξουμε τα δικά μας. Η «διάσωση» του άλλου μπορεί έτσι να λειτουργεί ως αντιπερισπασμός από παλιές πληγές, φόβους ή αισθήματα ανεπάρκειας.
- Η προσπάθεια να διορθώσουμε το παρελθόν: Επιλέγοντας έναν άνθρωπο που δεν μπορεί να μας δώσει εύκολα όσα χρειαζόμαστε, μπορεί ασυνείδητα να προσπαθούμε να κερδίσουμε αυτή τη φορά μια παλιά μάχη: να αποδείξουμε ότι είμαστε αρκετά καλοί ώστε τελικά να αγαπηθούμε.
- Η οικειότητα του χάους: Όταν η παιδική ηλικία χαρακτηριζόταν από συναισθηματική αστάθεια και απρόβλεπτες αντιδράσεις, η ένταση μπορεί να καταγραφεί ως κάτι γνώριμο. Αργότερα, μια ήρεμη σχέση ενδέχεται να φαίνεται «άδεια», ενώ το δράμα, οι συγκρούσεις και οι συνεχείς εναλλαγές μπορεί λανθασμένα να βιώνονται ως πάθος.
Στο ίδιο το μοτίβο, ωστόσο, υπάρχει κι ένα παράδοξο: ακόμα και όταν ο/η σύντροφος καταφέρει να σταθεί ξανά στα πόδια του, υπάρχει το αίσθημα του κενού από την πλευρά του «σωτήρα». Αυτό, σύμφωνα με τον ειδικό, συμβαίνει επειδή ολόκληρη η σχέση είχε οργανωθεί γύρω από έναν συγκεκριμένο ρόλο, αυτόν του φροντιστή. Όταν το πρόβλημα λυθεί, ο «σωτήρας» μπορεί να αναρωτηθεί -συνειδητά ή όχι- ποια είναι πλέον η θέση του στη σχέση.
Πώς σπάει ο κύκλος
Η λύση, σύμφωνα με τον Herzberg, δεν βρίσκεται απλώς στο να μάθει κάποιος να «διαλέγει καλύτερους συντρόφους», αλλά να καταλάβει τι είναι αυτό που τον οδηγεί επανειλημμένα στον ίδιο ρόλο.
Ένα πρώτο βήμα, σύμφωνα με τον ειδικό, είναι να αναγνωρίσει τον θυμό που μπορεί να υπάρχει για ανάγκες και όρια που αγνοήθηκαν στο παρελθόν, χωρίς να αισθάνεται ενοχή γι’ αυτόν. Εξίσου σημαντικό είναι να αμφισβητήσει την εσωτερική φωνή που του λέει ότι είναι εγωιστικό να έχει δικές του ανάγκες. Το να λέει «όχι», να θέτει όρια και να μη θεωρεί τον εαυτό του υπεύθυνο για τη ζωή του άλλου αποτελούν βασικές αλλαγές.
Το δυσκολότερο, όμως, είναι να μάθει να αισθάνεται άνετα μέσα στην ηρεμία. Όταν κάποιος έχει συνηθίσει το χάος, η ασφάλεια μπορεί αρχικά να μην του μοιάζει με αγάπη. Χρειάζεται χρόνος για να αναγνωρίσει ότι μια σχέση χωρίς συνεχείς κρίσεις δεν είναι απαραίτητα μια σχέση χωρίς πάθος.
Η ψυχοθεραπεία μπορεί επίσης να βοηθήσει, καθώς προσφέρει έναν χώρο όπου το άτομο δεν χρειάζεται να αποδείξει την αξία του μέσα από όσα κάνει για κάποιον άλλο.
«Αν αναγνωρίζετε τον εαυτό σας, θυμηθείτε ότι η επιθυμία να βοηθάτε τους άλλους είναι μια θετική πλευρά σας. Δεν χρειάζεται να την εγκαταλείψετε ούτε να γίνετε εγωιστές. Χρειάζεται, όμως, να αναγνωρίσετε ότι αυτή η ανάγκη μπορεί να δημιουργήθηκε μέσα σε δύσκολες εμπειρίες, καλλιεργώντας τη συνήθεια να “διορθώνετε” και να σώζετε τους άλλους εις βάρος της δικής σας ευημερίας. Και αυτή είναι μια συνήθεια που αξίζει να αλλάξει» καταλήγει ο ειδικός.
Πηγή: www.ygeiamou.gr
