Ένας επιπλέον χρόνος υποχρεωτικής εκπαίδευσης στην εφηβεία μπορεί να μειώσει την πιθανότητα διάγνωσης άνοιας δεκαετίες αργότερα. Αυτό δείχνει μελέτη που αξιοποίησε τη βρετανική μεταρρύθμιση του 1972, όταν το ελάχιστο όριο ηλικίας αποφοίτησης από το σχολείο αυξήθηκε από τα 15 στα 16 έτη.
Ερευνητές από τα Πανεπιστήμια της Νότιας Καλιφόρνιας, του Ουισκόνσιν-Μάντισον και του Μίσιγκαν διαπίστωσαν ότι όσοι υπάγονταν στη νέα υποχρέωση είχαν χαμηλότερη πιθανότητα γνωμάτευσης νόσου Αλτσχάιμερ και άλλων μορφών άνοιας: η εκτιμώμενη διαφορά ήταν περίπου δύο λιγότερες διαγνώσεις ανά 1.000 άτομα.
Η εργασία δημοσιεύθηκε στο PNAS και, όπως παρουσιάζει το Medical Xpress, παρέχει στοιχεία υπέρ μιας αιτιώδους επίδρασης της εκπαίδευσης.
Η ημερομηνία γέννησης που έκανε τη διαφορά
Η μεταρρύθμιση αφορούσε μαθητές στην Αγγλία, τη Σκωτία και την Ουαλία που είχαν γεννηθεί από την 1η Σεπτεμβρίου 1957 και μετά. Όσοι είχαν έρθει στον κόσμο λίγο νωρίτερα, μπορούσαν ακόμη να εγκαταλείψουν το σχολείο στα 15.
Αυτό το χρονικό όριο επέτρεψε τη σύγκριση ανθρώπων με κοντινές ημερομηνίες γέννησης, αλλά με διαφορετικές εκπαιδευτικές υποχρεώσεις. Η αλλαγή αύξησε κατά 14 ποσοστιαίες μονάδες το ποσοστό όσων παρέμεναν στο σχολείο τουλάχιστον μέχρι τα 16.
Με στοιχεία της UK Biobank, νοσοκομειακά αρχεία, μητρώα θανάτων και αναφορές για το ιατρικό ιστορικό, η ομάδα εξέτασε τις διαγνώσεις έως τον Δεκέμβριο του 2022. Τότε, όσοι είχαν γεννηθεί κοντά στο όριο της μεταρρύθμισης ήταν περίπου 65 ετών. Η πιθανότητα στην ομάδα που υπαγόταν στη νέα ρύθμιση ήταν χαμηλότερη κατά περίπου 0,2 ποσοστιαίες μονάδες.
Πώς διαχωρίστηκε η εκπαίδευση από άλλους παράγοντες
Όπως εξηγεί η επικεφαλής συγγραφέας Silvia Barcellos, οικονομολόγος υγείας, η σύνδεση της υψηλότερης μόρφωσης με μικρότερη πιθανότητα άνοιας ήταν ήδη γνωστή. Η δυσκολία έγκειτο στο να διαχωριστεί η επίδραση της σχολικής φοίτησης από εκείνη των οικογενειακών και κοινωνικοοικονομικών συνθηκών.
Η συγκεκριμένη αλλαγή λειτούργησε ως «φυσικό πείραμα», επειδή η υποχρέωση παραμονής στο σχολείο καθοριζόταν από την ημερομηνία γέννησης. Οι έλεγχοι των ερευνητών έδειξαν, μεταξύ άλλων, ότι οι άνθρωποι εκατέρωθεν του χρονικού ορίου δεν παρουσίαζαν αντίστοιχες διαφορές στη γενετική προδιάθεση ή στο ιστορικό άνοιας των γονέων τους. Γεγονός που ενίσχυσε την αξιοπιστία της σύγκρισης.
Τι συνέβη σε όσους είχαν υψηλή γενετική προδιάθεση
Η ανάλυση γενετικών δεδομένων έδειξε ότι η μείωση των διαγνώσεων αφορούσε και ανθρώπους με υψηλή κληρονομική προδιάθεση. Οι συμμετέχοντες χωρίστηκαν σε δύο ομάδες, υψηλότερου και χαμηλότερου γενετικού κινδύνου, με βάση έναν δείκτη που συνυπολόγιζε και παραλλαγές του γονιδίου APOE. Σύμφωνα με τους ερευνητές, η πρόσθετη εκπαίδευση εξασθένησε τη σχέση μεταξύ γενετικού κινδύνου και εμφάνισης άνοιας.
Ο συν-συγγραφέας Leandro Carvalho, αναπληρωτής καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο της Νότιας Καλιφόρνιας, επισημαίνει ότι τα γονίδια συμβάλλουν στη διαμόρφωση του κινδύνου, χωρίς να καθορίζουν αναγκαστικά την έκβαση – η προδιάθεση δεν είναι πεπρωμένο. Οι εμπειρίες και οι συνθήκες ζωής μπορούν να επηρεάζουν εξίσου την πορεία της υγείας.
Τι (μπορεί να) κρύβεται από πίσω
Οι ερευνητές εξετάζουν ως πιθανές εξηγήσεις τις καλύτερες επαγγελματικές ευκαιρίες, το υψηλότερο εισόδημα και την εργασία με περισσότερες γνωστικές απαιτήσεις. Στη μελέτη, η μεταρρύθμιση είχε θετική επίδραση στο οικογενειακό εισόδημα και συνδέθηκε με λιγότερα εγκεφαλικά επεισόδια ή εμφράγματα. Δεν προσδιορίστηκε, όμως, ποιος μηχανισμός εξηγεί τη μείωση των περιστατικών άνοιας.
Ασαφές παραμένει και το ακριβές μέγεθος του οφέλους από έναν επιπλέον χρόνο φοίτησης. Επειδή η νόσος ήταν ακόμη σχετικά σπάνια στις ηλικίες που εξετάστηκαν, οι εκτιμήσεις ενείχαν μεγάλο εύρος αβεβαιότητας. Η συνέχιση της παρακολούθησης θα δείξει εάν η διαφορά διατηρείται καθώς οι συμμετέχοντες μεγαλώνουν και η άνοια γίνεται συχνότερη.
Πηγή: www.ygeiamou.gr
