Κάθε γυναικοκτονία ανοίγει ξανά το ίδιο επώδυνο ερώτημα: Πώς φτάνει μία σχέση από την ένταση και τον φόβο στην απόλυτη τραγωδία; Και, ακόμη πιο σκληρά, τι συμβαίνει στα παιδιά που βρίσκονται μέσα στο σπίτι, ακόμη κι αν είναι «σε άλλο δωμάτιο»;

Στην υπόθεση της Καλαμάτας, το στοιχείο που συγκλονίζει δεν είναι μόνο ότι μία γυναίκα δολοφονήθηκε από τον σύζυγό της. Είναι και ότι, σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά, τα παιδιά της οικογένειας βρίσκονταν στο σπίτι.

Όπως σημειώνει σε ανάρτησή της η Δρ. Λίζα Βάρβογλη, η φράση που δεν ειπώθηκε ήταν: «Σταμάτα! Τα παιδιά είναι εδώ». Η ίδια επισημαίνει ότι, όταν μέσα στο σπίτι υπάρχουν παιδιά, η βία δεν αφορά ποτέ μόνο τους δύο ενήλικες.

«Τα παιδιά δεν είναι ποτέ έξω από τη βία»

Σύμφωνα με τη Δρ. Βάρβογλη, τα παιδιά που μεγαλώνουν μέσα στη βία δεν χρειάζεται πάντα να βλέπουν. Συχνά ακούν, αισθάνονται, παγώνουν, κρύβονται, προσπαθούν να γίνουν αόρατα.

Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά, «πολλά παιδιά που μεγαλώνουν μέσα στη βία δεν τρέχουν προς τον κίνδυνο. Κρύβονται. Παγώνουν. Κλείνουν τα αυτιά τους». Δεν πρόκειται για αδιαφορία, αλλά για έναν τρόπο επιβίωσης μέσα σε ένα περιβάλλον φόβου.

Η ίδια εξηγεί ότι το νευρικό σύστημα ενός παιδιού δεν σκέφτεται «πρέπει να παρέμβω», αλλά «πώς θα επιβιώσω μέσα στον χαμό;». Έτσι, ακόμη κι όταν το παιδί βρίσκεται στο δωμάτιό του, ακόμη κι όταν δεν βλέπει, η βία το διαπερνά.

Η βία δεν ξεκινά την ημέρα της δολοφονίας

Η Δρ. Βάρβογλη υπογραμμίζει ότι «η ενδοοικογενειακή βία δεν ξεκινά τη μέρα της δολοφονίας». Η δολοφονία, όπως σημειώνει, είναι συχνά «το τελευταίο κεφάλαιο μιας ιστορίας φόβου που μπορεί να γράφεται για χρόνια».

Σε αυτή την ιστορία, όπως επισημαίνει, τα παιδιά είναι παρόντα. Ακούν τις φωνές, την ένταση, τον φόβο, τον πανικό. Και μπορεί να έχουν μάθει να μένουν ακίνητα, να κουκουλώνονται και να περιμένουν «να περάσει η μπόρα».

Η ψυχολογική παγίδα της ελπίδας

Στην πρώτη της ανάρτηση, η Δρ. Βάρβογλη στέκεται στη φράση: «Αν με ξαναχτυπήσεις, θα καλέσω την Αστυνομία». Όπως εξηγεί, το ανατριχιαστικό σε αυτή τη φράση δεν είναι η απειλή, αλλά η ελπίδα.

Η ελπίδα ότι ο σύντροφος θα σταματήσει. Ότι θα σεβαστεί ένα όριο. Ότι η λογική, ο φόβος των συνεπειών ή η αγάπη θα τον συγκρατήσουν. Ότι «δεν χρειάζεται να χαλάσει η οικογένεια» και πως, στο τέλος, «θα λυθεί το πρόβλημα».

Όπως σημειώνει η ίδια, πολλοί άνθρωποι δεν μένουν σε βίαιες σχέσεις επειδή δεν βλέπουν τον κίνδυνο. Μένουν επειδή βλέπουν και «τον άνθρωπο που γνώρισαν κάποτε», «τον καλό πατέρα», «τις καλές μέρες», «τη συγγνώμη», «τα δάκρυα», «τις υποσχέσεις».

«Ναι, αλλά μετά ζήτησε συγγνώμη»

Η Δρ. Βάρβογλη περιγράφει ως ιδιαίτερα επικίνδυνες τις φράσεις που συχνά κρατούν μια γυναίκα μέσα στον κύκλο της κακοποίησης: «Ναι, αλλά μετά ζήτησε συγγνώμη», «Ναι, αλλά δεν είναι πάντα έτσι», «Ναι, αλλά όταν είναι καλός, είναι πολύ καλός».

Όπως εξηγεί, ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι φτιαγμένος να προσκολλάται στην ελπίδα, ακόμη κι όταν η πραγματικότητα δείχνει κίνδυνο. Και αυτή η ελπίδα μπορεί να μετατραπεί σε παγίδα.

Ο φαύλος κύκλος της συντροφικής βίας

Όπως είχε εξηγήσει με άρθρο της στο The Conversation η ψυχολόγος, ψυχοθεραπεύτρια και σύμβουλος ψυχικής υγείας Tirion E. Havard, η συντροφική βία δεν εμφανίζεται πάντα ξαφνικά, αλλά συχνά κλιμακώνεται και παγιδεύει τη γυναίκα σε έναν φαύλο κύκλο.

Σύμφωνα με την ειδικό, ο κύκλος αυτός περιλαμβάνει τη φάση της έντασης, τη φάση της κακοποίησης και τη φάση της μεταμέλειας ή της συμφιλίωσης.

Στη φάση της έντασης, μπορεί να υπάρχουν έλεγχος, ζήλια, απειλές, προσβολές, ψυχολογική πίεση ή φόβος ότι θα ακολουθήσει έκρηξη. Η γυναίκα προσπαθεί να προλάβει τον καβγά ή να αποφύγει μία νέα επίθεση.

Στη συνέχεια έρχεται η έκρηξη της βίας, που μπορεί να είναι λεκτική, ψυχολογική, σωματική, σεξουαλική ή οικονομική.

Μετά ακολουθεί η φάση της μεταμέλειας. Ο κακοποιητικός σύντροφος μπορεί να ζητήσει συγγνώμη, να δείξει τον «καλό» του εαυτό, να υποσχεθεί ότι «δεν θα ξαναγίνει». Αυτή η φάση, σύμφωνα με την ειδικό, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η βία τελείωσε. Συχνά είναι το σημείο από το οποίο ο κύκλος ξεκινά ξανά.

Γιατί η ερώτηση «γιατί δεν έφυγε;» είναι λάθος

Η Tirion E. Havard έχει επισημάνει ότι η συντροφική βία εγκλωβίζει τη γυναίκα ψυχολογικά, συναισθηματικά και πρακτικά. Η απόφαση της φυγής δεν είναι ποτέ απλή, ειδικά όταν υπάρχουν φόβος, απειλές, οικονομική εξάρτηση, κοινωνική απομόνωση ή παιδιά.

Σε αυτό το πλαίσιο, η ερώτηση «γιατί δεν έφυγε;» μεταθέτει το βάρος στο θύμα και παραβλέπει τη δυναμική της κακοποίησης. Η γυναίκα μπορεί να μη μένει επειδή «ανέχεται» τη βία, αλλά επειδή έχει παγιδευτεί σε έναν κύκλο φόβου, ελπίδας, απειλών και υποσχέσεων.

Το τραύμα που δεν φαίνεται στις ειδήσεις

Η Δρ. Βάρβογλη σημειώνει ότι, μετά από μία τέτοια τραγωδία, τα παιδιά δεν χάνουν μόνο τη μητέρα τους. Χάνουν και «την αίσθηση ότι το σπίτι είναι το πιο ασφαλές μέρος στον κόσμο».

Αυτό είναι, όπως επισημαίνει, ένα τραύμα που «δεν φαίνεται στις ειδήσεις». Ένα τραύμα που δεν αφορά μόνο τη στιγμή της δολοφονίας, αλλά όλη την προηγούμενη διαδρομή φόβου μέσα στο σπίτι.

Γιατί, όπως αναδεικνύουν οι ειδικοί, η συντροφική βία δεν είναι ποτέ μόνο υπόθεση δύο ενηλίκων. Όταν υπάρχουν παιδιά, γίνονται και εκείνα σιωπηλοί μάρτυρες. Ακόμη κι αν δεν βλέπουν. Ακόμη κι αν δεν μιλούν. Ακόμη κι αν βρίσκονται πίσω από μια κλειστή πόρτα.

Τα παιδιά δεν είναι ποτέ πραγματικά «σε άλλο δωμάτιο».

Είναι μέσα στην ίδια ιστορία. Και πολλές φορές κουβαλούν τις πληγές της για χρόνια.

Πηγή: www.ygeiamou.gr