Για πολλούς γονείς, οι δύσκολες συζητήσεις με τα παιδιά τους είναι κάτι που προτιμούν συχνά να αποφεύγουν. Θέματα όπως το σεξ, η πορνογραφία, οι ασθένειες, η απώλεια ή ο θάνατος μπορεί να φαίνονται «βαριά» και οι γονείς συχνά ανησυχούν μήπως πουν κάτι λάθος ή αναστατώσουν το παιδί τους χωρίς λόγο. Κάποιοι νιώθουν ενοχές επειδή δεν ξέρουν πώς να ξεκινήσουν, ενώ άλλοι φοβούνται ότι μπορεί το παιδί να μην είναι σε θέση να αντέξει μια ειλικρινή συζήτηση.
Στην πραγματικότητα, όμως, τα παιδιά είναι συνήθως πιο ικανά να αντεπεξέλθουν στις δύσκολες συζητήσεις απ’ όσο πιστεύουν οι γονείς – ειδικά όταν η συζήτηση γίνεται ήρεμα, με όρους κατάλληλους για την ηλικία τους και βασίζεται στην εμπιστοσύνη.
Δύο κανόνες για υγιή και αποτελεσματική επικοινωνία
Ο πρώτος κανόνας είναι απλός: Να είστε ειλικρινείς, συμβουλεύει η ψυχολόγος Corinne Masur σε άρθρο της στο Psychology Today. Στις περισσότερες περιπτώσεις, είναι καλύτερο να πείτε στο παιδί την αλήθεια, παρά να επινοήσετε μια εξήγηση που φαίνεται πιο εύκολη εκείνη τη στιγμή. Τα παιδιά είναι συχνά πιο οξυδερκή απ’ ό,τι αντιλαμβανόμαστε και οι ασαφείς ή παραπλανητικές απαντήσεις μπορούν να προκαλέσουν σύγχυση, άγχος ή δυσπιστία.
Ο δεύτερος κανόνας είναι να είστε ευθείς. Αποφύγετε ασαφείς φράσεις, περίπλοκες αναλογίες ή γλώσσα που κρύβει το νόημα αυτού που προσπαθείτε να πείτε. Τα παιδιά χρειάζονται σαφείς εξηγήσεις, ειδικά όταν το θέμα είναι σοβαρό ή φορτισμένο συναισθηματικά.
H ειλικρίνεια, ωστόσο, δε σημαίνει να δίνετε κάθε λεπτομέρεια. Μια εποικοδομητική συζήτηση παρέχει στο παιδί όσες πληροφορίες μπορεί να κατανοήσει, με βάση την ηλικία, τη συναισθηματική ωριμότητα και το στάδιο ανάπτυξής του. Ο στόχος δεν είναι να το κατακλύσετε, αλλά να απαντήσετε στην πραγματική ερώτηση που σας τίθεται.
Είναι επίσης σημαντικό να αφήνετε περιθώριο για ερωτήσεις. Οι ερωτήσεις ενός παιδιού αποκαλύπτουν τι σκέφτεται, τι το ανησυχεί και πόσο έτοιμο είναι να μάθει. Απαντήστε όσο πιο σαφώς μπορείτε και πείτε του ότι μπορεί πάντα να επιστρέψει με περισσότερες ερωτήσεις αργότερα. Αυτό βοηθά τα παιδιά να αισθάνονται ασφάλεια, υποστήριξη και να ξέρουν ότι τα δύσκολα θέματα δεν είναι απαγορευμένα.
Πώς αλλάζει η συζήτηση ανάλογα με την ηλικία
Καθώς το παιδί μεγαλώνει, ο τρόπος με τον οποίο προσεγγίζετε αυτές τις συζητήσεις θα μεταβάλλεται.
Σε νήπια και παιδιά προσχολικής ηλικίας, κρατήστε τις εξηγήσεις συγκεκριμένες και απλές. Ονομάστε τα συναισθήματα, καθησυχάστε τα όπου είναι δυνατόν και ξεκαθαρίστε ότι είναι εντάξει να μιλούν για το θέμα που τα απασχολεί. Τα μικρά παιδιά δε χρειάζονται μακροσκελείς εξηγήσεις, αλλά σαφήνεια, άνεση και την αίσθηση ότι ένας ενήλικας είναι στη διάθεσή τους.
Με τα παιδιά σχολικής ηλικίας, μπορείτε να προσθέσετε περισσότερες λεπτομέρειες. Σε αυτό το στάδιο, τα παιδιά είναι πιο ικανά να κατανοήσουν σύνθετες ιδέες και μπορεί να έχουν ήδη τις δικές τους σκέψεις, συναισθήματα ή ανησυχίες σχετικά με το θέμα. Μπορεί, επίσης, να έχουν ακούσει πράγματα από φίλους, τα μέσα ενημέρωσης ή το σχολείο, οπότε είναι χρήσιμο να ρωτήσετε τι γνωρίζουν ήδη πριν τους δώσετε περισσότερες πληροφορίες.
Με τους εφήβους, η συζήτηση πρέπει να μοιάζει περισσότερο με διάλογο παρά με διάλεξη. Οι έφηβοι είναι ιδιαίτερα ευαίσθητοι όταν τους μιλάνε με υπεροπτικό τρόπο, οπότε ρωτήστε τους τι σκέφτονται, ακούστε τους προσεκτικά και σεβαστείτε την αναπτυσσόμενη ικανότητά τους να διαμορφώνουν απόψεις. Ακόμα κι αν φαίνονται απρόθυμοι να μιλήσουν, η ανοιχτή στάση σας τους δείχνει ότι είστε στη διάθεσή τους.
Σύμφωνα με την δρ. Masur, οι δύσκολες συζητήσεις δεν είναι δυσάρεστες στιγμές, που πρέπει απλώς να ξεπεραστούν. Βοηθούν τα παιδιά να μάθουν πώς να σκέφτονται, να επικοινωνούν, να επιλύουν προβλήματα και να διαχειρίζονται την αβεβαιότητα. Ενισχύουν, επίσης, την ανθεκτικότητά τους. Όταν οι γονείς μιλούν ειλικρινά και ήρεμα για δύσκολα θέματα, τα παιδιά μαθαίνουν ότι ακόμη και οι δύσκολες υποθέσεις μπορούν να αντιμετωπιστούν και δεν πρέπει να αποφεύγονται.
Το να γίνονται αυτές οι συζητήσεις από νωρίς και συχνά προσφέρει, επίσης, στους γονείς μια σημαντική ευκαιρία: Να βοηθήσουν τα παιδιά να ενημερωθούν για σοβαρά θέματα πρώτα από έναν ενήλικα που εμπιστεύονται, αντί από συνομήλικους, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ή αναξιόπιστες πηγές. Επιτρέπει στους γονείς να εξηγήσουν περίπλοκα ζητήματα μέσα από το πρίσμα των αξιών, των πεποιθήσεων και της φροντίδας της οικογένειάς τους.
Τελικά, ο στόχος δεν είναι μια «τέλεια» συζήτηση, αλλά η δημιουργία μιας σχέσης, όπου το παιδί να αισθάνεται εμπιστοσύνη, ασφάλεια και τη βεβαιότητα ότι μπορεί να απευθυνθεί σε εσάς για οτιδήποτε.
Πηγή: www.ygeiamou.gr
