«Γιατί δεν θέλει να το αγκαλιάσω;», «γιατί θυμώνει για το παραμικρό;», «γιατί κρύβει φαγητό αφού ξέρει ότι υπάρχει πάντα στο σπίτι;», «γιατί μία τόσο απλή αλλαγή στο πρόγραμμα καταλήγει σε έκρηξη;»…

Για έναν γονέα που έχει υιοθετήσει ένα παιδί ή για μια ανάδοχη οικογένεια, τέτοιες στιγμές μπορεί να προκαλούν απογοήτευση, αμηχανία, ακόμη και την αίσθηση ότι όλη η αγάπη που προσφέρουν δεν είναι αρκετή. Μόνο που πολλές φορές η συμπεριφορά του παιδιού δεν αφορά αυτό που συμβαίνει εκείνη τη στιγμή. Μπορεί να αφορά όλα όσα συνέβησαν πριν.

Ένα παιδί που έχει αποχωριστεί τους βιολογικούς του γονείς, έχει βιώσει παραμέληση, κακοποίηση, ενδοοικογενειακή βία ή σοβαρή αστάθεια στα πρώτα χρόνια της ζωής του μπορεί να μεταφέρει μαζί του «αόρατες πληγές». Εξωτερικά ίσως δείχνει όπως όλα τα άλλα παιδιά. Το νευρικό του σύστημα, όμως, μπορεί να έχει μάθει ότι ο κόσμος δεν είναι πάντα ασφαλής.

Και τότε η αγάπη, όσο απαραίτητη κι αν είναι, χρειάζεται να συνοδευτεί από κάτι ακόμη: υπομονή, σταθερότητα και έναν διαφορετικό τρόπο κατανόησης της συμπεριφοράς.

Όταν η «ανυπακοή» είναι στην πραγματικότητα συναγερμός

Σύμφωνα με τα όσα γράφει στο Psychology Today ο Glenn R. Schiraldi, Ph.D., συγγραφέας και ειδικό στη διαχείριση του στρες και στις δυσμενείς εμπειρίες της παιδικής ηλικίας, παιδιά που έχουν περάσει δύσκολες εμπειρίες μπορεί να εμφανίζουν προβλήματα προσκόλλησης, δυσκολίες μάθησης ή προσοχής, έντονη ευαισθησία σε ήχους, μυρωδιές, αγγίγματα και άλλα ερεθίσματα, καθώς και ξεσπάσματα θυμού, υπερκινητικότητα ή επιθετικότητα.

Αυτό που ένας ενήλικας αντιλαμβάνεται ως προκλητική συμπεριφορά μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, να αποτελεί την αντίδραση ενός νευρικού συστήματος που βρίσκεται διαρκώς σε επιφυλακή.

Ένα παιδί που έχει μάθει από πολύ μικρό ότι οι ανάγκες του δεν ικανοποιούνται σταθερά μπορεί, για παράδειγμα, να αποθηκεύει φαγητό. Ένα άλλο μπορεί να δυσκολεύεται να δεχθεί μια αγκαλιά. Κάποιο μπορεί να αντιδρά δυσανάλογα όταν αλλάξει ξαφνικά το πρόγραμμα της ημέρας.

Δεν σημαίνει απαραίτητα ότι απορρίπτει τον γονέα ή προσπαθεί να τον προκαλέσει. Μπορεί απλώς να προσπαθεί, με τα μέσα που διαθέτει, να νιώσει ασφαλές.

Αγάπη με όρια, αλλά χωρίς απομόνωση

Η λύση δεν είναι η απουσία ορίων. Τα παιδιά χρειάζονται έναν ενήλικα που να μπορεί να τα καθοδηγήσει, να τους μάθει κανόνες και να τους δείξει ποια συμπεριφορά είναι αποδεκτή. Για τα παιδιά όμως που κουβαλούν εμπειρίες εγκατάλειψης ή απόρριψης, η τιμωρία μέσω απομόνωσης, η ντροπή και ο θυμός μπορεί να ενισχύσουν ακριβώς αυτό που φοβούνται περισσότερο: Ότι όταν κάνουν κάτι λάθος, μένουν μόνα.

Μια διαφορετική προσέγγιση είναι ο ενήλικας να παραμένει κοντά. Το μήνυμα δεν είναι «κάνε ό,τι θέλεις», αλλά: «Αυτό που έκανες δεν είναι σωστό. Είμαι όμως εδώ και θα σε βοηθήσω να το διορθώσεις».

Εάν ένα παιδί χτυπήσει κάποιο άλλο, για παράδειγμα, στόχος δεν είναι μόνο να ακούσει ότι η πράξη του ήταν λανθασμένη. Χρειάζεται να μάθει τι θα μπορούσε να κάνει διαφορετικά την επόμενη φορά: να χρησιμοποιήσει λέξεις, να ζητήσει βοήθεια, να εκφράσει τον θυμό του χωρίς να πληγώσει κάποιον.

«Πες μου τι χρειάζεσαι»

Μια από τις σημαντικότερες δεξιότητες που μπορούν να μάθουν αυτά τα παιδιά είναι να βάζουν σε λέξεις όσα νιώθουν.

Αντί ο ενήλικας να εγκλωβιστεί σε μια μάχη γύρω από ένα «σε μισώ», μπορεί να μεταφέρει τη συζήτηση στο πραγματικό συναίσθημα:

  • Τι σε θύμωσε;
  • Τι ήθελες να συμβεί;
  • Τι χρειάζεσαι αυτή τη στιγμή;

Για ένα παιδί που δυσκολεύεται ακόμη και να αναγνωρίσει το συναίσθημά του, η ερώτηση μπορεί να γίνει ακόμη πιο απλή: «Πού νιώθεις τον θυμό στο σώμα σου;» ή «αν ο θυμός είχε χρώμα, ποιο θα ήταν;». Σκοπός είναι σταδιακά το ξέσπασμα να αντικατασταθεί από την επικοινωνία.

Η προβλεψιμότητα δημιουργεί ασφάλεια

Για ένα παιδί που έχει ζήσει στο χάος, η καθημερινή προβλεψιμότητα μπορεί να λειτουργήσει σχεδόν θεραπευτικά. Μικρές προειδοποιήσεις, όπως «σε δέκα λεπτά θα μαζέψουμε τα παιχνίδια και θα φάμε», βοηθούν το παιδί να προετοιμαστεί για την αλλαγή αντί να βρεθεί ξαφνικά μπροστά της.

Βοηθούν επίσης οι περιορισμένες επιλογές: όχι «τι θέλεις να κάνεις;», αλλά «θέλεις να ξαπλώσεις ή να μείνεις λίγο ήσυχα στο δωμάτιό σου;».

Με αυτόν τον τρόπο, το παιδί αποκτά μια μικρή αίσθηση ελέγχου μέσα σε ένα πλαίσιο που εξακολουθεί να καθορίζεται από τον ενήλικα.

Ακόμη και το περιβάλλον έχει σημασία. Παιδιά που υπερφορτώνονται εύκολα από ερεθίσματα μπορεί να ωφελούνται από χαμηλότερους θορύβους, λιγότερη ακαταστασία και πιο ήρεμους χώρους.

Μην γράφετε εσείς την ιστορία τους

Υπάρχει και μία πιο λεπτή παγίδα: Η ανάγκη των ενηλίκων να εξηγήσουν στο παιδί το παρελθόν του με έναν τρόπο που θα το παρηγορήσει. Μπορεί να είναι δελεαστικό να πει κανείς: «Η βιολογική σου μητέρα σε αγαπούσε πολύ» ή «σίγουρα ήθελε το καλύτερο για σένα».

Όταν όμως δεν γνωρίζουμε τι πραγματικά συνέβη, είναι προτιμότερο να αφήνουμε χώρο στο παιδί να αναρωτηθεί, να θυμώσει, να λυπηθεί ή να διαμορφώσει μόνο του τη σχέση του με την ιστορία του. Δεν χρειάζεται όλες οι ερωτήσεις να έχουν έτοιμες απαντήσεις. Μερικές φορές το πιο ασφαλές μήνυμα είναι απλώς: «Δεν ξέρω ακριβώς τι συνέβη. Αλλά μπορούμε να το συζητάμε όποτε το χρειάζεσαι».

Η σύνδεση χρειάζεται χρόνο

Η αγάπη δεν σβήνει αυτομάτως όσα προηγήθηκαν. Ένα παιδί που χρειάστηκε κάποτε να δυσπιστεί για να προστατευτεί μπορεί να χρειαστεί πολύ χρόνο μέχρι να πιστέψει ότι ένας ενήλικας θα παραμένει εκεί, σταθερά, ακόμη και στις δύσκολες στιγμές.

Η σύνδεση χτίζεται με επαναλήψεις: με ένα ήρεμο «είμαι εδώ», με όρια που δεν συνοδεύονται από απόρριψη, με παιχνίδι, κοινές δραστηριότητες, συνέπεια και τη δυνατότητα του παιδιού να κάνει λάθος χωρίς να φοβάται ότι θα χάσει τη σχέση.

Όπως επισημαίνει ο Schiraldi, η πορεία αυτή μπορεί να διαρκέσει χρόνια. Όμως ο στόχος δεν είναι η «τέλεια» συμπεριφορά. Είναι κάτι πολύ πιο ουσιαστικό: ένα παιδί που σταδιακά μαθαίνει ότι δεν χρειάζεται πια να βρίσκεται συνεχώς σε άμυνα για να είναι ασφαλές.

Πηγή: www.ygeiamou.gr