*Γράφει η κυρία Μάγκη Πούπλη, MCTAA. Πιστοποιημένη Σύμβουλος Γονέων με εξειδίκευση στο νευρικό σύστημα, Ιδρύτρια Bonding Nest

Υπάρχουν κάποιες μικρές στιγμές που γεννούν γιγάντιες δικές μας αντιδράσεις. Το παιδί λέει «όχι», μας αγνοεί, θυμώνει, κλείνει μια πόρτα πιο δυνατά απ’ όσο περιμέναμε ή αρνείται να βάλει τα παπούτσια του, κι εμείς νιώθουμε ότι εκείνη η στιγμή κρίνει όλη μας την αξία ως γονείς.

Τότε χάνουμε για λίγο τον έλεγχο ή ακούμε τον εαυτό μας να λέει ακριβώς τα λόγια που είχαμε υποσχεθεί ότι δεν θα πούμε ποτέ στα παιδιά μας.

Δεν αντιδρούμε όμως μόνο σε αυτό που συμβαίνει πραγματικά. Αντιδρούμε και στο νόημα που μάθαμε κάποτε να δίνουμε σε ένα «όχι». Για κάποιους, η διαφωνία σήμαινε ασέβεια, η σύγκρουση απειλούσε τη σχέση και ο καλός γονιός έπρεπε, φυσικά, να έχει πάντα δίκιο.

Και όλα αυτά ζωντανεύουν ξανά εκείνη τη στιγμή, ακριβώς την ώρα που έχουμε τη μικρότερη δυνατή πρόσβαση στη λογική και την ψυχραιμία μας. Εξαιρετικός συγχρονισμός, όπως πάντα.

Αυτό είναι ένα από τα πιο δύσκολα και ταυτόχρονα πιο αποκαλυπτικά κομμάτια της γονεϊκότητας. Μεγαλώνουμε έναν άνθρωπο και ξαφνικά ανακαλύπτουμε ότι ξαναμεγαλώνουμε κι εμείς.

Για όσους προσπαθούν να διακόψουν παλιούς οικογενειακούς κύκλους, αυτό γίνεται ακόμη πιο έντονο. Δεν θέλουμε να συνεχίσουμε όσα μας πλήγωσαν, να αποσύρουμε την αγάπη μας όταν θυμώνουμε ή να μετατρέψουμε κάθε διαφωνία σε μάχη.

Όμως η απόφαση να κάνουμε τα πράγματα διαφορετικά δεν ενημερώνει αυτομάτως και το νευρικό μας σύστημα. Εκείνο συνεχίζει να αντιδρά σε όσα έμαθε πολύ πριν αποκτήσουμε επίγνωση, πρόσβαση σε αμέτρητες πληροφορίες και βιβλία γονεϊκότητας.

Όταν ο εγκέφαλος αντιλαμβάνεται μια κατάσταση ως απειλή, ενεργοποιεί τον μηχανισμό επιβίωσης. Η ικανότητά μας να σκεφτούμε καθαρά μειώνεται. Ο εγκέφαλος δεν σταματά εκείνη τη στιγμή για να εξετάσει αν πρόκειται πράγματι για κίνδυνο ή απλώς για ένα οκτάχρονο που δεν θέλει να φορέσει παπούτσια. Αντιδρά στο νόημα που έχουμε μάθει να δίνουμε στη σύγκρουση, στην άρνηση και στην απώλεια ελέγχου.

Το να σπάμε έναν κύκλο, λοιπόν, δεν σημαίνει ότι δεν θα θυμώσουμε ποτέ ή ότι θα γίνουμε εκείνος ο μυθικός γονιός που μιλά πάντοτε ήρεμα, ενώ γύρω του πετούν παπούτσια, κλείνουν πόρτες και μερικά ουρλιαχτά προσφέρουν τα φωνητικά.

Σημαίνει ότι μαθαίνουμε να ξεχωρίζουμε τι ανήκει στη στιγμή και τι προσθέσαμε εμείς σε αυτήν. Ότι μπορούμε να επιστρέψουμε και να πούμε: «Ο τρόπος που αντέδρασα δεν ήταν δική σου ευθύνη ούτε δικό σου λάθος. Ήταν μια δική μου δύσκολη στιγμή και θα προσπαθήσω να την αντιμετωπίσω διαφορετικά».

Το παιδί μπορεί να μας δείξει πού πονάμε. Μπορεί να φωτίσει όσα πιστεύαμε ότι είχαμε τακτοποιήσει πολύ καλά σε κάποιο εσωτερικό ντουλάπι. Δεν είναι όμως ο θεραπευτής μας. Δεν είναι δουλειά του να μας καθησυχάζει, να μας κάνει να αισθανόμαστε αρκετοί ή να μικραίνει τον εαυτό του για να μη δυσκολευόμαστε εμείς.

Και ίσως αυτό να είναι το πιο δύσκολο κομμάτι της γονεϊκότητας: ότι ξαναμεγαλώνουμε τον εαυτό μας, αναλαμβάνοντας εμείς την ευθύνη της αλλαγής, ώστε να μη χρειαστεί να την κληρονομήσει το παιδί.

Πηγή: www.ygeiamou.gr