*Γράφει η Άρτεμις Κ. Τσίτσικα είναι Καθηγήτρια Συν. και Εθνική Εκπρόσωπος UNESCO GHE, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Παιδιατρικής – Εφηβικής Ιατρικής Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ, Επιστημονική Υπεύθυνος Μονάδας Εφηβικής Υγείας (ΜΕΥ) Β΄ Παιδιατρική Κλινική ΕΚΠΑ-Νοσοκομείο Παίδων «Π. & Α. Κυριακού», Πρόεδρος Ελληνικής Εταιρείας Εφηβικής Ιατρικής (Ε.Ε.Ε.Ι.) και Διευθύντρια ΠΜΣ «Στρ. Αναπτυξιακής και Εφηβικής Υγείας»
H κυρία Άρτεμις Κ. Τσίτσικα
Το διάστημα των τελευταίων ετών, το ζήτημα της υπεργονικής μέριμνας έχει αποτελέσει αντικείμενο μελέτης επιστημόνων, καθώς πολλοί λειτουργοί υγείας, ψυχολόγοι και εκπαιδευτικοί που πλαισιώνουν καθημερινά παιδιά και εφήβους, εστιάζουν στην κατανόηση της υπεργονικής έκφρασης και τη συσχέτιση αυτής με την ανάπτυξη, καθώς και τις πιθανές επιπτώσεις που παρουσιάζονται κατά την ενήλικη ζωή.
Η υπεργονική μέριμνα αποτελεί ένα είδος γονικής μέριμνας, το οποίο χαρακτηρίζεται από μία τάση των γονέων για υπερβολικά ισχυρή εμπλοκή στην καθημερινή ζωή των παιδιών τους, με διακριτό το στοιχείο της υπερπροστασίας και της ανάγκης για διαρκή παροχή φροντίδας και προσοχής. Πολύ συχνά, η υιοθέτηση υπεργονικής συμπεριφοράς προκύπτει λόγω της επιθυμίας των γονέων να παρέχουν στα παιδιά τους τα εφόδια που χρειάζονται, σε συναισθηματικό, αλλά και πρακτικό επίπεδο, για τη θετική τους εξέλιξη και τη διασφάλιση της μελλοντικής τους επιτυχίας και ευτυχίας.
Αυτού του τύπου οι γονείς συχνά αποκαλούνται και «γονείς ελικόπτερο». Ο όρος αυτός αναφέρεται σε γονείς και κηδεμόνες υπερπροστατευτικούς, που δεν παρέχουν στα παιδιά τους την ευκαιρία να ανεξαρτητοποιηθούν και να μάθουν να διαχειρίζονται μόνα τους τυχόν αποτυχίες και εμπόδια. Ο «γονέας ελικόπτερο» παρεμβαίνει διαρκώς, λύνοντας προβλήματα που παρουσιάζονται στο παιδί, εμποδίζοντας με τον τρόπο αυτό, την ανάπτυξη ψυχικής ανθεκτικότητας.
Παρά την αρχική πρόθεση των γονέων, η υπερβολική φροντίδα φαίνεται πως σχετίζεται περισσότερο με αρνητικές συνέπειες στη ζωή των εφήβων, τόσο βραχυπρόθεσμα, όσο και σε βάθος ετών, συνοδεύοντάς τους ακόμη και στην ενήλικη ζωή τους.
Επιπτώσεις της υπεργονικής μέριμνας συχνά μπορεί να είναι το έντονο άγχος, η επικράτηση αρνητικών συναισθημάτων και η αναβλητικότητα. Παρατηρούνται, επίσης, μειωμένο κίνητρο για ενασχόληση με δραστηριότητες και έκπτωση της σχολικής επίδοσης. Οι νέοι των οποίων οι γονείς έχουν υιοθετήσει υπεργονική συμπεριφορά τείνουν να δηλώνουν λιγότερο ικανοποιημένοι από την ποιότητα της ζωής τους, καθώς και από το επίπεδο αποτελεσματικότητάς τους στις ανάγκες της καθημερινότητας.
Γονεϊκά στυλ και υπεργονεϊσμός
Ο όρος «γονεϊκό στυλ» σχετίζεται με τις αντιλήψεις και τον τρόπο με τον οποίο ο γονέας ή κηδεμόνας ενός παιδιού, αντιλαμβάνεται τον γονεϊκό ρόλο και ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις και προκλήσεις, που ο τελευταίος συνεπάγεται.
Με βάση τα παραπάνω, εντοπίζονται τέσσερα γονεϊκά στυλ:
- το δημοκρατικό,
- το αυταρχικό,
- το ανεκτικό και
- το αδιάφορο.
Η επιλογή του εκάστοτε γονεϊκού στυλ εξαρτάται από την προσωπικότητα του γονέα, τις κοινωνικές αναπαραστάσεις και τα βιώματά του, καθώς επίσης και από τη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στους δύο γονείς. Κάθε ένα από τα προαναφερθέντα γονεϊκά στυλ, επηρεάζουν την ψυχοκοινωνική ανάπτυξη των παιδιών, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς τους και του τρόπου με τον οποίο σκέφτονται για τον εαυτό τους και τον κόσμο γύρω τους.
Το δημοκρατικό στυλ γονέα θεωρείται πιο κατάλληλο σε σχέση με τα υπόλοιπα τρία, καθώς σχετίζεται με ενθάρρυνση για ελεύθερη έκφραση απόψεων, σαφή όρια, χωρίς όμως πολύ αυστηρούς περιορισμούς, οδηγώντας στη διαμόρφωση ψυχικά υγιών και αυτόνομων παιδιών.
Το αυταρχικό στυλ βασίζεται στο συχνό έλεγχο από τους γονείς, στη μειωμένη αυτονομία και ελευθερία κινήσεων των παιδιών, με αποτέλεσμα να είναι έντονο το στοιχείο της πειθαρχίας, της υπακοής σε αυστηρούς κανόνες και της απουσίας παρέκκλισης από αυτούς. Παιδιά τα οποία μεγαλώνουν σ’ ένα τέτοιο οικογενειακό περιβάλλον, συχνά εξελίσσονται σε εφήβους και ενήλικες με χαμηλό επίπεδο αυτοεκτίμησης και αυτοπεποίθησης, αρνητική εικόνα για τον εαυτό και μειωμένες κοινωνικές συναναστροφές. Πολλές φορές σημειώνονται ποικίλες αντιδράσεις και ξεσπάσματα θυμού, απόκρυψη πληροφοριών και τάση για συμπεριφορές υψηλού κινδύνου στα παιδιά των οικογενειών με αυταρχισμό.
Γονείς που υιοθετούν το ανεκτικό στυλ είναι ιδιαίτερα υποχωρητικοί και δυσκολεύονται στην οριοθέτηση και την καλλιέργεια κουλτούρας σεβασμού σε κανόνες. Ανταποκρίνονται συνήθως θετικά στις επιθυμίες των παιδιών, χωρίς να εκφράζουν την κρίση τους και χωρίς να ασκούν έλεγχο σε περίπτωση ακραίων επιλογών των παιδιών τους.
Τέλος, το αδιάφορο γονεϊκό στυλ σχετίζεται έντονα με το στοιχείο της απουσίας και της μειωμένης εμπλοκής των γονέων στη ζωή των παιδιών, με αρνητικές βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες συνέπειες σε όλους τους τομείς. Οι γονείς με αδιάφορο στυλ μοιάζουν να μην ενδιαφέρονται αρκετά για την εξέλιξη των παιδιών και αυτό γίνεται αντιληπτό ως συναισθηματικό κενό με ανεπαρκή πλαισίωση.
Με βάση όσα αναφέρθηκαν παραπάνω για τα τέσσερα γονεϊκά στυλ και τα βασικά χαρακτηριστικά τους, διαπιστώνεται πως η συμπεριφορά και ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνεται τον γονεϊκό του ρόλο ένας υπεργονεϊκός γονέας, παρουσιάζει κοινά σημεία με κάποια από αυτά, χωρίς να ταυτίζεται απόλυτα με ένα συγκεκριμένο στυλ. Οι υπεργονεϊκοί γονείς συγκλίνουν με τους αυταρχικούς γονείς ως προς την τάση για περιορισμό των παιδιών τους, με τη διαφορά ότι οι πρώτοι δεν επικροτούν την επιβολή τιμωρίας. Επιθυμούν να εξασφαλίζουν στα παιδιά τους τη διαβίωση σε ένα ασφαλές και προστατευμένο περιβάλλον, όπως οι δημοκρατικοί γονείς, με την προσπάθειά τους, συχνά να τους οδηγεί στην υπερβολή και την εμπλοκή τους σε υπερθετικό βαθμό. Θα μπορούσε να υποστηριχθεί πως, από τα τέσσερα γονεϊκά στυλ, η υπεργονεϊκή συμπεριφορά, δεδομένου του έντονου στοιχείου της άσκησης κριτικής και της παρεμβατικότητας των γονέων, έχει περισσότερα κοινά με το αυστηρό γονεϊκό στυλ.
Διαστάσεις υπεργονεϊκής συμπεριφοράς
Σύμφωνα με τα ευρήματα μελέτης των C. Segrin et al. (2012), διακρίνονται τέσσερις διαστάσεις γονεϊκής συμπεριφοράς, οι οποίες εμφανίζονται σε γονείς που έχουν υιοθετήσει ένα υπεργονεϊκό στυλ μέριμνας.
Η πρώτη διάσταση σχετίζεται με υψηλό επίπεδο εμπλοκής των γονέων στη ζωή των παιδιών, στο πλαίσιο ανίχνευσης πιθανών μελλοντικών κινδύνων, ικανών για πρόκληση δυσχερειών, θεωρώντας πως η επίλυση προβλημάτων που ενδεχομένως δημιουργηθούν χρειάζεται να είναι άμεση, ακόμη και αν τα ίδια τα παιδιά δεν έχουν αντιληφθεί τον προαναφερθέντα κίνδυνο.
Στην δεύτερη και τρίτη διάσταση, παρουσιάζεται μια τάση από την πλευρά των γονέων για διαρκή παροχή συμβουλών και εντατικής βοήθειας σε πρακτικά ζητήματα της καθημερινότητας των παιδιών αντίστοιχα.
Η τέταρτη και τελευταία διάσταση χαρακτηρίζεται από πολύ χαμηλό επίπεδο ανεξαρτησίας και αυτονομίας των παιδιών. Οι γονείς περιορίζουν την ελευθερία κινήσεων των παιδιών τους και, ταυτόχρονα, την ευκαιρία να μάθουν να αντιμετωπίζουν μόνα τους τα προβλήματα και τις δυσκολίες που μπορεί να προκύψουν, αδυνατώντας έτσι να φτάσουν στο σημείο απόκτησης ψυχικής ανθεκτικότητας.
Προστασία, υπερπροστασία και υπεργονεϊσμός
Κάτι το οποίο χρειάζεται να διαλευκανθεί, στο πλαίσιο αποσαφήνισης της κατάστασης σχετικά με τον ρόλο του γονέα, είναι η διαφορά ανάμεσα στην προστατευτική στάση απέναντι στο παιδί, την υπερπροστασία και την υιοθέτηση υπεργονεϊκής συμπεριφοράς. Στόχος των γονέων είναι η ανάπτυξη, η πρόοδος και η ευημερία των παιδιών τους. Η διαδρομή προς την επίτευξη του συγκεκριμένου στόχου, είναι σύνθετη και η τήρηση των ισορροπιών δύσκολη. Η ανάγκη των γονέων να παρέχουν τα κατάλληλα μέσα και εφόδια στα παιδιά τους, προστατεύοντάς τα από ενδεχόμενους κινδύνους, είναι αδιαμφισβήτητη. Ιδιαίτερα κατά τα πρώτα στάδια της ζωής των παιδιών, η παρεμβατικότητα από την πλευρά των γονέων είναι αναγκαία για την προστασία, την οριοθέτηση και καθοδήγησή τους. Ακόμη και κατά την περίοδο της εφηβείας, ο προστατευτικός ρόλος της οικογένειας είναι υψίστης σημασίας καθώς αποσκοπεί στην πρόληψη συμπεριφορών υψηλού κινδύνου και φαινομένων κοινωνικής παθογένειας.
Σε κάθε περίπτωση, η τήρηση ενός ορίου στο βαθμό παρέμβασης των γονέων στη ζωή των παιδιών, είναι απαραίτητη, προκειμένου να μπορέσουν τα τελευταία να ανακαλύψουν την ταυτότητά τους, τις δυνατότητές τους, να ενταχθούν σε ομάδες συνομηλίκων, να ανεξαρτητοποιηθούν και να αυτονομηθούν σταδιακά.
Οι υπερπροστατευτικοί γονείς, ξεκινούν από την επιθυμία τους να εξασφαλίσουν στα παιδιά τους ένα ασφαλές περιβάλλον διαβίωσης, ξεπερνώντας όμως το προαναφερθέν όριο, πολλές φορές χωρίς να το αντιληφθούν. Περιορίζουν αισθητά την ελευθερία κινήσεων των παιδιών, προσπαθώντας να εξαλείψουν κάθε πιθανό κίνδυνο και παράγοντα που θα μπορούσε να τους προκαλέσει άγχος, ανασφάλεια, στενοχώρια και αρνητικά συναισθήματα γενικότερα.
Οι γονείς που έχουν υιοθετήσει μία υπεργονεϊκή συμπεριφορά, δεν περιορίζονται στη ρύθμιση των εξωτερικών – περιβαλλοντικών παραγόντων, αλλά εμπλέκονται ιδιαίτερα ενεργά στη ζωή και τις αποφάσεις των παιδιών τους, ακόμα κι όταν εκείνα βρίσκονται σε μεγαλύτερη ηλικία. Οι υπεργονεϊκοί γονείς συχνά καλύπτουν δικά τους κενά μέσα από την συμπεριφορά αυτή και αισθάνονται «χρήσιμοι», «απαραίτητοι», αποκτούν «νόημα ζωής», ενώ ορισμένες φορές αντικαθιστούν στην συντροφική σχέση με την σχέση με το ή τα παιδιά τους, παγιδεύοντας τα σ’ έναν φαύλο κύκλο παράτασης της διαδικασίας αυτονόμησης. Τα παιδιά ενδέχεται να αισθάνονται αδυναμία και δυσκολία στην διαχείριση, χαμηλή αυτοεκτίμηση και εξάρτηση από τη γονεϊκή σχέση.
Φύλο γονέα και υπεργονική μέριμνα
Ένας παράγοντας ο οποίος έχει μελετηθεί και φαίνεται πως διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην εκδήλωση ακραίων γονεϊκών συμπεριφορών, είναι αυτός του φύλου του γονέα. Παρά το γεγονός ότι οι προκλήσεις, οι υποχρεώσεις και οι δυσκολίες του ρόλου του γονέα αφορούν τόσο στον πατέρα, όσο και στη μητέρα, έχει διαπιστωθεί πως η μητέρα είναι εκείνη που επηρεάζεται σε μεγαλύτερο βαθμό και είναι πιο πιθανό να οδηγηθεί σε υιοθέτηση υπεργονικής συμπεριφοράς.
Σύμφωνα με μελέτη των Β.Κ. Barber & Ε.Ι. Harmon (2002), οι μητέρες είναι εκείνες οι οποίες τείνουν να ασκούν σε μεγάλο βαθμό έλεγχο στα παιδιά τους, μειώνοντας τη δυνατότητα για απόκτηση αυτονομίας και ανεξαρτησίας, παρεμβαίνοντας σε όλους τους τομείς της καθημερινότητάς του. Κάτι το οποίο ενδεχομένως μπορεί να θεωρηθεί αιτιολογικός παράγοντας για τα παραπάνω είναι ο ισχυρός συναισθηματικός δεσμός – το συγκύτιο – που δημιουργείται ανάμεσα στη μητέρα και το παιδί από την αρχή της ζωής του. Ευρήματα άλλων μελετών δεν εντοπίζουν σημαντικές διαφορές ανάμεσα στα δύο φύλα ως προς την τάση για άσκηση ελέγχου και την παρεμβατικότητα στη ζωή των παιδιών τους.
Εκείνο που επίσης εντοπίστηκε πως ασκεί επιρροή και παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι η γενιά στην οποία ανήκουν οι γονείς. Γονείς οι οποίοι γεννήθηκαν ανάμεσα στο 1946 και το 1962 φαίνεται πως έχουν την τάση να παρεμβαίνουν σε μεγαλύτερο βαθμό στη ζωή των παιδιών τους. Κοινωνικοί και οικονομικοί παράγοντες, η αλλαγή του τρόπου ζωής με την πάροδο των ετών, η εξέλιξη της τεχνολογίας, επίδρασαν σημαντικά, επηρεάζοντας τις μεθόδους που ακολούθησαν οι γεννηθέντες την παραπάνω χρονική περίοδο γονείς στην ανατροφή των παιδιών τους.
Πολιτισμικές διαφορές και υπεργονεϊσμός – Ελλάδα, Ευρώπη και παγκόσμιο επίπεδο
Ο τρόπος σκέψης και δράσης των ανθρώπων, επηρεαζόταν ανέκαθεν από το πολιτισμικό πλαίσιο. Οι ιδεολογικές πεποιθήσεις, οι αξίες και οι κοινωνικές αναπαραστάσεις διαφέρουν από περιοχή σε περιοχή, καθώς οι εκάστοτε πολιτισμικές επιδράσεις διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του τρόπου θεώρησης των πραγμάτων. Ο γονεϊκός ρόλος συναντάται σε όλους τους πολιτισμούς, όμως ο τρόπος με τον οποίο εκλαμβάνεται και οι μέθοδοι που ακολουθούνται για την ανατροφή των παιδιών, διαφέρουν από πολιτισμό σε πολιτισμό, καθώς οι αρχές, η ιδεολογία και οι αντιλήψεις γύρω από τον ρόλο του γονέα, ασκούν έντονη επιρροή.
Σε πολιτισμούς της Ανατολής, εντοπίζονται στοιχεία υπεργονικής μέριμνας, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την Κίνα, όπου οι γονείς τείνουν να παρεμβαίνουν αρκετά στη ζωή των παιδιών, να ασκούν συχνό έλεγχο και αυστηρή κριτική, συγκρίνοντας την επίδοσή τους σε διάφορους τομείς, με την αντίστοιχη άλλων συνομηλίκων τους, σε μία προσπάθεια για παροχή κινήτρου για βελτίωση. Στην Ινδία, βασικά στοιχεία ανατροφής σε μια οικογένεια θεωρούνται η πειθαρχία, η τήρηση των κανόνων, αλλά και ο σεβασμός απέναντι στα μεγαλύτερα ηλικιακά μέλη της.
Οι μεσογειακοί λαοί φαίνεται πως επενδύουν στη διατήρηση της παράδοσης και της πολιτισμικής κληρονομιάς, δίνοντας παράλληλα τη δυνατότητα για μεγαλύτερη ανεξαρτησία και αυτονομία των παιδιών και των εφήβων, χωρίς όμως να λείπουν στοιχεία υπεργονεϊκής συμπεριφοράς.
Η Ελλάδα δεν αποτελεί εξαίρεση, καθώς η υπεργονική μέριμνα υιοθετείται από πολλούς γονείς ως τρόπος ανατροφής των παιδιών. Παρά το γεγονός ότι ο όρος «υπεργονεϊσμός» δεν είναι διαδεδομένος στην ελληνική γλώσσα, τα χαρακτηριστικά του είναι εμφανή, με τους Έλληνες γονείς να είναι ιδιαίτερα υπερπροστατευτικοί και παρεμβατικοί, προσπαθώντας να μεγαλώσουν τα παιδιά τους σ’ ένα προστατευμένο περιβάλλον, μακριά από κινδύνους.
Από την άλλη πλευρά, σε δυτικές κοινωνίες, όπως οι Η.Π.Α και η Γερμανία, προωθείται η αυτονομία και ανεξαρτητοποίηση των παιδιών, χωρίς το στοιχείο του αυστηρού ελέγχου και της κριτικής.
Ψυχοκοινωνικές επιπτώσεις υπεργονεϊσμού
Ένα βασικό χαρακτηριστικό του υπεργονεϊσμού είναι η τάση των γονέων για άσκηση ελέγχου στη συμπεριφορά, αλλά και σε άλλες εκφάνσεις της ζωής των παιδιών τους. Είναι σαφές πως τα μικρότερα ηλικιακά παιδιά χρειάζονται ένα βαθμό γονικού ελέγχου, όταν όμως οι διαστάσεις του είναι υπερβολικές, ενδέχεται να προκύψουν αρνητικές συνέπειες. Σύμφωνα με μελέτες, παιδιά των οποίων οι μητέρες ήταν ιδιαιτέρως παρεμβατικές, ασκώντας συνεχώς έλεγχο στη συμπεριφορά τους, εμφάνιζαν μεγάλο βαθμό προσκόλλησης σε αυτές, χαμηλότερη αυτοεκτίμηση και αυτοπεποίθηση, αρνητική εικόνα για τον εαυτό, εσωστρέφεια και συστολή, καθώς και δυσκολία στις κοινωνικές συναναστροφές με άλλα παιδιά και εφήβους, σε σχέση με συνομηλίκους, των οποίων οι μητέρες ήταν λιγότερο ελεγκτικές. Η άσκηση ψυχολογικού ελέγχου από μητέρες προς τα ανήλικα παιδιά τους έχει εντοπιστεί πως συνδέεται με υιοθέτηση επιθετικής συμπεριφοράς απέναντι στους συνομηλίκους τους, αλλά και επικράτηση αρνητικών συναισθημάτων, θλίψης και μοναξιάς.
Παράλληλα, παιδιά τα οποία μεγάλωσαν σε οικογένειες με υπεργονεϊκά χαρακτηριστικά, εξελίσσονται συχνά σε εφήβους εσωστρεφείς, με δυσκολία ελεύθερης έκφρασης της γνώμης τους και προσαρμογής σε περιβάλλοντα όπως το σχολικό. Κάτι τέτοιο, μπορεί να οδηγήσει σε έκπτωση της σχολικής τους επίδοσης, αδυναμία επίτευξης των ακαδημαϊκών τους στόχων, έντονο άγχος και δυσφορία.
Έφηβοι, αλλά και ενήλικες οι οποίοι έχουν μεγαλώσει σε οικογένειες με υπεργονεϊκούς γονείς και η προσωπικότητά τους έχει διαμορφωθεί μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο, έχει διαπιστωθεί πως χαρακτηρίζονται από μειωμένο επίπεδο αυτονομίας, και αντιμετωπίζουν δυσκολία στη λήψη αποφάσεων για σημαντικά ζητήματα που τους αφορούν, αλλά και στην επίλυση διαφωνιών και συγκρούσεων με άτομα του περιβάλλοντός τους.
Μελέτες που έχουν διεξαχθεί σε δείγμα νεαρών ενηλίκων, που έχουν λάβει υπεργονική μέριμνα ως παιδιά, κατέληξαν στο συμπέρασμα της ύπαρξης σύνδεσης, ανάμεσα στην τελευταία και σε εκδήλωση κατά την ενήλικη ζωή, ναρκισσιστικών χαρακτηριστικών, άγχους, ψυχολογικής δυσφορίας και καταθλιπτικής συμπτωματολογίας.
Θετική – λειτουργική γονεϊκότητα
Στο επίκεντρο του όρου «θετική γονεϊκότητα» (positive parenting), βρίσκεται η υιοθέτηση από τους γονείς μιας συμπεριφοράς απέναντι στα παιδιά και ενός τρόπου άσκησης του γονεϊκού ρόλου, με στόχο την ανάδειξη και προώθηση του ουσιαστικού συμφέροντος του παιδιού, της προόδου και της θετικής του εξέλιξης. Βασικά χαρακτηριστικά της είναι η παροχή φροντίδας, υποστήριξης, κοινωνικής και συναισθηματικής ενδυνάμωσης, η ελεγχόμενη καθοδήγηση, η οριοθέτηση, η αναγνώριση των θετικών στοιχείων που οδηγούν στη δημιουργία υγιών σχέσεων ανάμεσα σε γονείς και παιδιά. Αποτελεί πρότυπο ανατροφής και διαπαιδαγώγησης, δίνοντας έμφαση στην ανάπτυξη των παιδιών σε όλους τους τομείς, με την θετική ενίσχυση και ανατροφοδότηση να πρωταγωνιστούν.
Αδήριτης σημασίας θεωρείται η χρήση του επαίνου, στο πλαίσιο επιβράβευσης και κινητοποίησης του παιδιού για συνέχιση της προσπάθειας επίτευξης των στόχων του. Ταυτόχρονα, αυξάνεται το επίπεδο αυτοεκτίμησης και αυτοπεποίθησης, κάτι το οποίο έχει θετικό αντίκτυπο στην ακαδημαϊκή επίδοση, την κοινωνικοποίηση και συναναστροφή με συνομηλίκους. Η ενεργητική ακρόαση αποτελεί ένα ακόμη χαρακτηριστικό της θετικής γονεϊκότητας, καθώς κατά τη διάρκεια της παιδικής και εφηβικής ηλικίας, υπάρχει η έντονη ανάγκη για κατανόηση, συζήτηση και μοίρασμα των προβληματισμών που απασχολούν τους νέους, με τους αποκαλούμενους «σημαντικούς άλλους» του περιβάλλοντός τους.
Η θετική πειθαρχία και τα σαφή όρια, διαδραματίζουν επίσης σημαντικό ρόλο και κρίνονται απαραίτητα, αποτελώντας αναπόσπαστο μέρος της θετικής γονεϊκότητας.
Ο τρόπος αντίληψης και άσκησης του γονεϊκού ρόλου και οι μέθοδοι ανατροφής ενός παιδιού από τους γονείς του, πολλές φορές επηρεάζονται από εξωτερικούς παράγοντες. Μεταβλητές όπως η επαγγελματική και οικονομική κατάσταση των γονέων και η μεταξύ τους σχέση, φαίνεται πως ασκούν μεγάλη επιρροή, τόσο στην ψυχολογία τους όσο και στον τρόπο με τον οποίο θα επιλέξουν να συμπεριφερθούν στα παιδιά τους. Σε περιόδους κρίσης, έντονης ανασφάλειας και άγχους για τους ενήλικες, με τα επίπεδα της ανεργίας και της οικονομικής αβεβαιότητας να αυξάνονται, η προσπάθεια άσκησης της θετικής γονεϊκότητας θεωρείται ιδιαιτέρως δυσχερής και μέγιστης σημαντικότητας, δεδομένου ότι μειώνεται η φόρτιση και ένταση των παιδιών, τα οποία αντιλαμβάνονται την κατάσταση, αλλά με τις κατάλληλες μεθόδους διαπαιδαγώγησης και επικοινωνίας με τους γονείς, οδηγούνται στην καλλιέργεια ψυχικής ανθεκτικότητας και διαχείρισης δυσκολιών, βραχυπρόθεσμα, αλλά και μακροπρόθεσμα.
Οι δεξιότητες που καλλιεργούνται μέσω της θετικής γονεϊκότητας είναι:
- Η αυτογνωσία και αυτοεκτίμηση (περιλαμβάνει την αναγνώριση των συναισθημάτων, την αξιολόγηση δυνάμεων, την θεμελιωμένη αίσθηση αυτοπεποίθησης και θετικής προσδοκίας για το μέλλον)
- Η διαχείριση δυσκολιών (περιλαμβάνει την έκφραση των συναισθημάτων με κατάλληλο τρόπο, την διαχείριση του άγχους και της παρόρμησης, την λειτουργική επιμονή στην επίτευξη στόχων-υπερνίκηση εμποδίων, καθώς και την αναλυτική ενδυνάμωση της ψυχικής ανθεκτικότητας)
- Ο σεβασμός και η αναγνώριση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (περιλαμβάνει την επίγνωση ομοιοτήτων και διαφορών, την εκτίμηση της άποψης των άλλων και την ανάπτυξη της έννοιας της αλληλεγγύης)
- Η ανάπτυξη λειτουργικών διαπροσωπικών σχέσεων (περιλαμβάνει την αντίσταση στην ακατάλληλη κοινωνική πίεση, την διαχείριση διαπροσωπικών συγκρούσεων, καθώς και την παροχή βοήθειας στους άλλους όταν χρειάζεται)
- Η υπευθυνότητα στη λήψη αποφάσεων (περιλαμβάνει θέματα ηθικής και ασφάλειας, καθώς και τη συνειδητοποίηση των συνεπειών μίας πράξης)
- Η ικανότητα εντοπισμού υποστήριξης – βοήθειας (εντοπισμός ενηλίκων εμπιστοσύνης στην οικογένεια, ή/και το σχολείο, την κοινότητα, ενημέρωση για τους φορείς υποστήριξης παιδιών και εφήβων, τηλεφωνικές γραμμές, πλατφόρμες, διαδικτυακή έγκριτη πληροφόρηση κλπ )
- Η καλλιέργεια της κουλτούρας του «έξυπνου» καταναλωτή (συζήτηση για μηνύματα-πρότυπα ΜΜΕ και διαδικτύου, στόχοι του marketing, θυματοποίηση, ακατάλληλο περιεχόμενο κλπ)
- Η ενίσχυση των θετικών συμπεριφορών, με επακόλουθο περιορισμό των αρνητικών, είναι το αποτέλεσμα της θετικής γονεϊκότητας.
«Χρυσοί κανόνες» για γονείς
Μία από τις βασικότερες ανάγκες των παιδιών και των εφήβων, είναι η αίσθηση αποδοχής από το οικογενειακό τους περιβάλλον. Η διαβίωση σ’ ένα υποστηρικτικό πλαίσιο, το οποίο αφιερώνει χρόνο, δείχνει ενδιαφέρον για όσα τους απασχολούν, χωρίς να επικρίνει τις επιλογές και τον τρόπο με τον οποίο σκέφτονται και δρουν, είναι αδήριτης σημασίας. Η συναισθηματική κάλυψη λειτουργεί ως κίνητρο, για τη συνέχιση της προσπάθειας και την αντιμετώπιση τυχόν αποτυχιών ή αρνητικών γεγονότων.
Η παροχή της ελευθερίας κινήσεων και η υποστήριξη της αυτονομίας των νέων, δεν συνεπάγεται παντελή απουσία ελέγχου και αποδοχή οποιασδήποτε συνθήκης. Η ύπαρξη ορίων και κανόνων, χωρίς την επιβολή αυστηρών τιμωριών, κρίνεται βοηθητική, συμβάλλοντας στην κοινωνική και συναισθηματική λειτουργικότητα των παιδιών και των εφήβων.
Παρά το γεγονός ότι η εφηβεία θεωρείται μία περίοδος αμφισβήτησης των γονέων και αποστασιοποίησης από αυτούς, τα παιδιά επηρεάζονται σε μεγάλο βαθμό από τον τρόπο με τον οποίο οι γονείς σκέφτονται και φέρονται. Χρειάζεται λοιπόν να υπογραμμιστεί, πως οι γονείς, αποτελώντας παράδειγμα ζωής για τα παιδιά τους, είναι αναγκαίο να εξετάζουν ενδελεχώς τις μεθόδους στις οποίες βασίζονται για την άσκηση του γονεϊκού τους ρόλου και το πρότυπο που προβάλλουν μέσα από αυτόν.
Τέλος, η αντιμετώπιση όλων των καταστάσεων που αφορούν το παιδί και τον έφηβο, με ειλικρίνεια, χωρίς να αποκρύπτονται στοιχεία και γεγονότα στο πλαίσιο της προστασίας του από αρνητικά συναισθήματα, είναι αναγκαία, προκειμένου να δημιουργηθεί ένα κλίμα εμπιστοσύνης και συναισθηματικού μοιράσματος. Μία ειλικρινής στάση των γονέων απέναντι στο παιδί, αποτελεί ισχυρό δείγμα σεβασμού της προσωπικότητάς του και του σημαντικού ρόλου που διαδραματίζει μέσα στην οικογένεια.
Το σχολείο ως φορέας θετικής επίδρασης και μείωσης των επιπτώσεων του υπεργονεϊσμού
Έπειτα από όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, καθίσταται σαφές, πως η υιοθέτηση υπεργονικής συμπεριφοράς από τους γονείς, έχει ισχυρό αντίκτυπο σε πολλούς τομείς της ζωής των παιδιών και των εφήβων. Ένας από τους τομείς αυτούς, αφορά στην προσαρμογή των μαθητών στο σχολικό περιβάλλον, στη σύναψη σχέσεων με τους συμμαθητές και στη σχολική επίδοση. Ο ρόλος των εκπαιδευτικών θεωρείται μείζονος σημασίας, καθώς το σχολείο, μετά από την οικογένεια, αποτελεί έναν από τους πιο σημαντικούς φορείς κοινωνικοποίησης για τους νέους.
Η σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα στον εκπαιδευτικό και τον μαθητή ενδέχεται να επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό τον τρόπο σκέψης και δράσης του τελευταίου, τόσο σε θέματα που σχετίζονται με την ακαδημαϊκή του επίδοση, όσο και σε ζητήματα που αφορούν τη σύναψη κοινωνικών σχέσεων με συνομηλίκους.
Σύμφωνα με μελέτες, παιδιά και έφηβοι οι οποίοι διατηρούν θετικές σχέσεις με εκπαιδευτικούς, είναι σε θέση να αποδώσουν καλύτερα στις υποχρεώσεις τους καθώς αισθάνονται πως βρίσκονται σε ένα υποστηρικτικό και ασφαλές πλαίσιο και μπορούν να απευθυνθούν σε άτομα που εμπιστεύονται.
Σημαντικά οφέλη από τη θετική σχέση εκπαιδευτικού – μαθητή, φαίνεται πως υπάρχουν και σε παιδιά και εφήβους, προερχόμενους από οικογένειες με υπεργονικά χαρακτηριστικά. Σε περιπτώσεις που οι γονείς είναι υπερπροστατευτικοί, ασκώντας συχνή και έντονη κριτική, περιορίζοντας παράλληλα την ανεξαρτησία και αυτονομία των παιδιών, το σχολικό περιβάλλον μπορεί να αποδειχθεί κατάλληλο για ανακάλυψη των δυνατοτήτων τους και της ταυτότητάς τους. Η υποστηρικτική και ενθαρρυντική στάση των εκπαιδευτικών, ενδέχεται να λειτουργήσει προστατευτικά και να οδηγήσει σε μείωση των επιπτώσεων του υπεργονεϊσμού, ενίσχυση της αυτονομίας των μαθητών και ανάπτυξη κοινωνικών δεξιοτήτων.
Πηγή: www.ygeiamou.gr
